Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Εξομολόγηση πόνου κεγχριαίου λευίτου (του Αρχιμ. Παΐσιου Σουλτανικά)




Εξομολόγηση πόνου κεγχριαίου λευίτου.


Βροχή, αστραπές και βροντές ταράζουν την αποψινή νύχτα.
Η καταιγίδα χτυπά δίχως έλεος το ξύλινο καλυβάκι μου. 
Οι κορφές του Χολομώντα φεγγοβολούν από τις συχνές αστραπές. 
Τα λαγκάδια κ’ οι βουνοπλαγιές μεταφέρουν έντονα τον ήχο των κραυγών τ’ ουρανού.
Κάθομαι στο γραφείο μου κι απ’ το παράθυρο θαυμάζω τα μεγαλεία του Θεού! Ωστόσο δε μπορεί να ησυχάσει ο πόνος της ψυχής μου για την κατάντια μας, την κατάντια της πολύκλαυστης Πατρίδας μου.
Μα ο μεγαλύτερος πόνος έρχεται από μια σιωπή!
Μια σιωπή που δεν μπορώ να ερμηνεύσω.
Μια σιωπή που ίσως δεν θέλω ν’ ακουμπήσω γιατί φοβάμαι πως θα γιγαντωθεί ο πόνος μου.
Είναι η σιωπή της μάνας μου, της μάνας μου διοικούσας Εκκλησίας! 
Είναι η σιωπή των περισσοτέρων πατέρων μου, των Επισκόπων! Είναι μια σιωπή που με πληγώνει και με αχρηστεύει.
Θέλω τη μάνα μου να βγει μπροστά όπως έκανε τόσους αιώνες.\ Να δώσει το έναυσμα του αγώνα, πρώτα για μετάνοια και πνευματική ζωή κι έπειτα για αντίσταση στις πάσης φύσεως εκτροπές και αφορμές. 
Να βροντοφωνάξει «Φτάνει! Ως εδώ!» Έτσι είχα μάθει. 
Έτσι διαβάζω στα συναξάρια των Πατέρων μου.
 Έτσι άκουγα από τον Γέροντα παπα-Ειρηναίο.

Το μικρό μου ποίμνιο στην αρχοντική Αρναία, όπως κάνει εκατοντάδες χρόνια τώρα, με κοιτά στα μάτια γεμάτο αγωνία και προσμονή. Περιμένει!
Θεέ μου! Τι να του πω;
Για γιορτές και πανηγύρια; Για πληθώρα στολισμένων αρχιερέων και αρχιμανδριτών που κάνουμε τις γλάστρες στον σολέα των Ναών μας; Για το πού έκανα τα άμφια και τα στολίδια μου; 
Για το τι έβαλα την Κυριακή ή για το πόσα πνευματικοπαίδια έχω; Για υποδοχές Ιερών Εικόνων και Σταυρούς; 
Για αδελφούς μου θαυματοποιούς; Για μεγαλόπνοα σχέδια και ιδέες; Για κονδύλια και προγράμματα; 
Για διενέξεις, τίνος είναι τα κτήματα και οι ιδιοκτησίες; 
Για υπακοή στους καθ' ύλην αρμόδιους, να χειριστούν τα εθνικά μας ζητήματα; 
Για δήθεν σύνεση, εθνική συναίνεση, συνεννόηση και ομοψυχία;
Τι να του πω;
Τα παιδιά μου περιμένουν να πάρουν θάρρος από μένα, τον πατέρα τους. Τι να τους πω; Περιμένουν να μπω μπροστά και  να τους δείξω τον δρόμο. Τι να τους πω;
Η σιωπή αυτή της μάνας, πονάει.
Που ΄ναι η μάνα μου διοικούσα Εκκλησία την ώρα που αποκαλούν, αδιάκριτα και συστηματικά, τα παιδιά μου, που αγαπούν άδολα την Πατρίδα μας και αγωνίζονται γι’ αυτή, «φασίστες», «μισαλλόδοξους» και «επαγγελματίες πατριώτες»;
Που ΄ναι η μάνα μου διοικούσα Εκκλησία να σταθεί και να κρατήσει το χέρι των παιδιών μου την ώρα που δακρυγόνα πέφτουν ανάμεσα τους, στα ειρηνικά καθημερινά συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις;
Που ΄ναι η μάνα μου διοικούσα Εκκλησία να μπει μπροστά στα ΜΑΤ και να προστατεύσει τα παιδιά μου;
Που ΄ναι η μάνα μου διοικούσα Εκκλησία να νιώσει τον παλμό, τη ζέση και την αγωνία των παιδιών μου την ώρα που τραγουδούν, με μιά φωνή, το «Μακεδονία ξακουστή» και να γευτεί τα δάκρυα που κυλούν στα μάτια τους;
Που΄ναι η μάνα μου διοικούσα Εκκλησία να δει και να αφουγκραστεί τον καημό και τον πόνο εκατοντάδων αδελφών μου ιερέων και μοναχών που αισθανόμαστε μόνοι κ’ έρημοι;

Τα πάντα γύρω μας τρέμουν κι εμείς έχουμε μεσάνυχτα, βυθισμένοι σ’ ένα τρελό όνειρο και ντυμένοι μ’ ένα ανόητο ψεύτικο χαμόγελο να ποζάρουμε στους φωτογράφους που μας περιτριγυρίζουν.
Το ποίμνιό μας σε λίγο δε θα θέλει να μας δει! 
Δε θα θέλει να μας ακούσει! Θα αισθάνεται πως το προδώσαμε, το πουλήσαμε, το χρησιμοποιήσαμε.
Μα τότε θα ‘ναι πολύ αργά!!!
Τότε θα μείνουμε μόνοι μας να ψάχνουμε ποιος μας φταίει!
Κι όλα αυτά γιατί;
Γιατί αγαπήσαμε περισσότερο την δόξα των ανθρώπων παρά την αλήθεια και την δόξα του Θεού.
Γιατί αφήσαμε τον συγκριτισμό, τη μασονία και τον οικουμενισμό να πειράξουν τη ζωή, το ήθος, την παιδεία και την πίστη μας.
Γιατί αφήνουμε τον προδοτικό συρφερτό των ραγιαδιζόντων εθνομηδενιστών πολιτικάντηδων να μας χρησιμοποιεί, να ξεπουλά και να ισοπεδώνει τα πάντα με τη δική μας αχνή, ασθενική, ίσως και ανύπαρκτη αντίσταση.
Γιατί η φωνή μας, αλλοίμονο!, γίνεται μαγκούρα (στήριγμα) των προσκυνημένων κάθε κομματικού χρώματος.
Γιατί πολλοί από εμάς, τρις αλλοίμονο!!!, επιλέξαμε να είμαστε καριερίστες κι όχι Πατέρες.

Βεβαίως, δεν χάθηκε το πάν. Ανθρωπίνως ναι, χάθηκαν πολλά και ίσως χαθούν περισσότερα! Αλλά «γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ’ ημών ο Θεός»!
Αυτό βάζω στο νου μου και δεν απογοητεύομαι!
Πάντοτε υπάρχει ελπίδα, αφού υπάρχει ο Χριστός. Και «ει ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών»!
Αρκεί μετανοούντες να ανήκουμε σ’ Εκείνον!
Ο αγώνας άρχισε και οφείλουμε να σταθούμε στα ίχνη των Αγίων μας Πατέρων.
Έστω κι ένας παπάς να μείνει στα χώματα της Ελληνικότατης Μακεδονίας μας θα κηρύττει πάντοτε «Χριστό και Ελλάδα».
Εις πείσμα των καιρών! Εις πείσμα των πολλών! 
Εις πείσμα της σιωπής!

Αρχιμ. Παΐσιος Σουλτανικάς
Αρναία Χαλκιδικής
5  Ιουλίου 2018

πηγή:https://antilaloi-arnaias.blogspot.com

Προφητικό άρθρο του Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτου για τους λαθρομετανάστες



«Μελαγχολικαί ενοράσεις»



Παραθέτουμε ένα προφητικό και αρκετά επίκαιρο άρθρο του αειμνήστου Γέροντος Θεόκλητου Διονυσιάτου που δημοσιεύτηκε στον Ορθόδοξο Τύπο στις 23 Νοεμβρίου 2001 και που αναφέρεται στην εισβολή των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα.

Το άρθρο του Γέροντος Θεόκλητου είχε τίτλο:

«Μελαγχολικαί ενοράσεις»

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μεταξύ άλλων, λέγει, ότι «οι Μοναχοί είναι οι κήρυκες της ερχομένης Βασιλείας, οι προφήται της Καινής Διαθήκης».
Την φράση αυτη μού θύμισαν κάποιες συζητησεις, πού είχα τελευταίως με τρεις φίλους ησυχαστές, πού και οι τρείς, ωσάν από προφητική διαίσθηση, ισχυρίζοντο για την επέλευση απιθάνων εθνικών καταστάσεων.
Και ποιές καταστάσεις είναι αυτές; Ότι, ταχα, η  Ελλάς, σταδιακώς, δεν θά συρρικνωθεί μέν εδαφικώς, αλλά θά κατακτηθεί εκ των ένδον από τό  Ισλάμ!
Και εστήριζαν τον ισχυρισμόν των, στις ηλεγμένες πληροφορίες, όπως έλεγαν, πού τούς μετέδιδαν παλαιοί φίλοι τους κορυφαίων πολιτικών θέσεων, πού τούς επεσκέπτοντο στην  Ερημο τού  Αθωνος ή τους έγραφαν.

Και στην ερώτησή μου·
  Ο Θεός θά επιτρέψει την αντικατάσταση της αγίας  Εκκλησίας Του, πού «επεριποιήσατο τώ ιδίω Αίματι», μέ τόν σκοτεινό και δαιμονικόν μουσουλμανισμόν μέσα στην Τοπική  Ορθοδοξία της  Ελλάδος; 
Μού απήντησαν με ένα στόμα ότι, ο Θεός θα το επιτρέψει εξ αφορμής τής εκτεταμένης αμαρτίας. 
Καί ανεφέρθησαν στους βυζαντινούς ρωμηούς, πού δεν μετανοούσαν.


Και όταν πάλιν τους ερώτησα·
πώς θα συμβεί αυτό και πότε και τί θά γίνουν οι Έλληνες;  

Απήντησαν, ότι
ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, πού ονομάζονται μετανάστες, καί πού θα στερεώνονται σταδιακώς μέ τήν ελληνικήν ιθαγένεια, πού θά τούς χορηγεί ευχαρίστως τό Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση.

Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θά γίνουν μειονότης, έως ότου θά μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως…δείγμα. 

Μή απορείς, πάτερ Θ., έσπευσαν να εξηγήσουν, αυτήν τήν τραγωδία του λαού μας.
Πολλοί θά αποδεχθούν τον μουσουλμανισμόν αβιάστως. 
Αλλοι, με κάποιαν βίαν ποικίλης μορφής. 
Και άλλοι «χριστιανοί» θα μεταναστεύσουν σέ χριστιανικές χώρες, μή δυνάμενοι νά συμβιώσουν με τους βαρβάρους αυτούς, πού τους χρησιμοποιεί ο Θεός ως μέσον παιδαγωγίας, όπως ανά τους αιώνες ενεργούσε στούς  Ισραηλίτες και στους χριστιανούς, πού δεν μετανοούσαν για τίς αμαρτίες τους. Παράδειγμα ο Κατακλυσμός, τα Σόδομα, ο  Ελληνισμός της  Ανατολής, το Βυζάντιον.

Αυτά όλα με είχαν συντρίψει ψυχικώς και σκεφτόμουνα, τάχα θά επιτρέψει ο Θεός αυτήν την ασύλληπτον συμφοράν;
Επηκολούθησε σιωπή για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια, έθεσα το ερώτημα·

 Πατέρες άγιοι και αδελφοί, φανταζεσθε σείς, πώς θα ανεχθεί ο Κύριος τίς μουσουλμανικές δαιμονικές θυσίες, αντί των ορθοδόξων θυσιαστηρίων; 

Τότε ένας ησυχαστής μου υπενθύμισε την περίπτωση του ασκητού πού, μετά την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως, είδε επάνω στήν αγία Πρόθεση ερειπωμένου Ναού, μία γουρούνα με τα νεογνά της και άρχισε να κλαίει και νά οδύρεται. 
Τότε ενεφανίσθη  Αγγελος Κυρίου και του λέγει·  Αββά, τί κλαίεις; 
Γνωρίζεις ότι, αυτό πού είδες, είναι πιο ευάρεστον στόν Κύριον από την αναξιότητα τών ιερέων, πού λειτουργούσαν; 

Και ο Αγγελος εγένετο άφαντος.

Η συζήτηση κράτησε περισσότερον από δύο ώρες, οπότε οι ησυχαστές ανεχώρησαν και μου ετόνισαν να ευχαριστώ τον Κύριον γιά όσα επιτρέπει να γίνωνται εξ αγάπης και για την σωτηρίαν τών ψυχών. 
Και να μή παρασύρομαι συναισθηματικώς από την επιφάνεια τών γεγονότων, αλλά να εισδύω στήν ουσίαν των, αφού είναι δεδομένον, ότι «ο Θεός αγάπη εστί».

Κι  έμεινα μόνος…

Μέσα στον συγκλονισμό μου γιά τήν τραγωδία του λαού μας, τόν κλαυθμόν και τους στεναγμούς μου προς τον πανυπερεύσπλαγχνον Θεόν, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες και άνθρωποι τού Θεού και να αναλύω λογικώς τούς ισχυρισμούς τους.
Παρ  ότι καμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα προ μηνών στον γρηγορούντα «Ορθόδοξον Τύπον» ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τούς ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών. Και μάλιστα κάποια δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, πάλιν στον «Ο.Τ.» από σώφρονες χριστιανούς, θεολόγους καί συγγραφείς, οι οποίοι με πειστικά επιχειρήματα κατέληγαν στα ίδια συμπεράσματα, πού εβασίζοντο σέ αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.

Αλλά το σκάνδαλον ευρίσκεται στήν σιωπήν των κοινής πληροφορήσεως μέσων, των λεγομένων μαζικής ενημερώσεως. Ομως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δέν είναι ανεξήγητον.
Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως τών συνειδήσεων. Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. 
 Ιδού η απόδειξη· Οταν ο Θεός είχεν αποφασίσει τόν Κατακλυσμόν, με το αιτιολογικόν· «Ου μή καταμείνη το πνεύμα μου εις τους ανθρώπους του τους, διά το είναι αυτούς σάρκας», έδωκεν εντολήν στον δίκαιον Νώε νά κατασκευάσει την Κιβωτόν. 
Ειργάζοντο οι τεχνίτες επί ένα χρόνον. 
Βλέποντες οι απονεκρωθέντες αμαρτωλοί την κατασκευαζομένην Κιβωτόν και τον σκοπόν, πληροφορούμενοι, έλεγαν· και τί κάνουμε ώστε να πνιγούμε; 
Και όταν οι  Αγγελοι είπαν στον δίκαιον Λώτ νά ειδοποιήσει τους συγγενείς του, γιατί θα έριχναν φωτιά να κάψουν τά Σόδομα, όλην την Πεντάπολιν, οι συγγενείς του γελούσαν με τόν γέροντα· και τί κάνουμε, ώστε νά μάς κάψει ο Θεός;

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, σέ κάποιο μέτρο· το σύνδρομο της πωρώσεως.
Καμμία εφημερίδα δέν έγραψε για τον εθνικόν κίνδυνον μέ εξαίρεση την πολύτιμη ορθόδοξη έπαλξη, τον «Ορθόδοξον Τύπον», πού, και μόνον γιατί από ένα χρόνο σχεδόν σαλπίζει, το σάλπισμα τής μετανοίας, αξίζει τον έπαινον τής  Εκκλησίας και την εκ Θεού δικαίαν μισθαποδοσίαν.
Οι απόψεις και οι απελπιστικές ενοράσεις των αγίων εκείνων ερημιτών, όσον και αν δεν είναι αποδεικτικές, δεν στερούνται, όμως, σέ κάποιον βαθμόν, πειστικότητος, γιατί βασίζονται σε απτά δεδομένα, ένα των οποίων, είναι οι ενεργούμενες αμαρτίες αγνοουμένης τής μετανοίας, σ  όλην την  Ελλάδα, παρά τις ελάχιστες νησίδες χριστιανικής ζωής και ηθικής αντιστασεως.

Δεύτερον ότι, ο προφητικός λόγος «αμαρτίαι, έθνη ελαττονούσι», έχει πολλάκις επαληθευθεί.

Τρίτον, στην δραστηριότητα τής αμαρτίας, περιλαμβάνονται και οι ένα εκατομμύριον εκτρώσεις κάθε τριετίαν· οι υπερτερούντες θάνατοι των γεννήσεων· ναρκωτικά καί άλλες ηθικές πληγές.
Και τέλος, τό κυριώτερον, είναι τα τρία σχεδόν εκατομμύρια των νομιμοποιουμενων μουσουλμάνων, πού αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ένα φαινόμενον, πού ερμηνεύει και τις απόψεις των ησυχαστών, των μουσουλμανων ενεργούντων ως οργάνων ασυνειδήτων του Θεού. 

Οπως επίσης ασυνείδητα όργανα —όχι ανεύθυνα, βεβαίως— είναι οι άθεοι κυβερνήτες μας, πού υποδέχονται τους δεδηλωμένους εχθρούς του  Εθνους μας, για να μή κατηγορηθούν, ταχα, ως ρατσιστές ή εθνικιστές. Αυτή η καραμέλλα έχει πολύ πέραση στην εποχή μας, μεταξύ τών επιπολαίων και αθέων, πού γίνονται καταγέλαστοι με τις παραδοξολογίες των.
Παράδειγμα, «τό αλβανάκι» πέρυσι και τώρα η γερμανιδούλα του Βόλου, πού αν είναι διαποτισμένοι, ο πρώτος από τόν αλβανικόν ανθελληνικόν σωβινισμόν και η δεύτερη πιστεύει στό γερμανικό «ούμπερ άλλες» τότε, στά χέρια των το ελληνοχριστιανικόν σύμβολον η γαλανόλευκη μέ Σταυρόν, είναι τιμωρία, δεν είναι τιμή! Είναι αντίφαση.

Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία τών πιστών.  
Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης  Εκκλησίας νά κηρύξει μετάνοιαν στόν λαόν.
  Αλλοιώς; «Εάν μή μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε» (Λουκ. ιγ´ 3). 
Το γάρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα.

Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης

 Ορθόδοξος Τύπος, 23 Νοεμβρίου 2001

πηγή:http://www.diakonima.gr



Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Βίος Αγίας Κυριακής της Μεγαλομάρτυρος



Η Αγία Κυριακή η Μεγαλομάρτυς  





Στο τέλος   του 3ου αιώνος επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού στα μέρη της Μικράς Ασίας ζούσε ένα αντρόγυνο χριστιανών, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία.

Διακρινόταν για τη βαθιά και συνειδητή πίστη στον ένα και αληθινό Θεό, για τα έργα της φιλανθρωπίας, για τη συνετή ζωή τους. Το αντρόγυνο αυτό βίωνε έναν κρυφό πόνο. Δεν είχαν αξιωθεί να αποκτήσουν παιδί που θα τους έδινε μεγάλη ευτυχία και θα κληρονομούσε και τα πλούτη τους. Ο πόνος εντούτοις δεν τους απογοήτευσε.

Δεν τους παρέσυρε στο να βλασφημήσουν κατά του Θεού. Αντίθετα. Λαμβάνοντας υπόψη τους τόσα αγιογραφικά περιστατικά γονέων που δεν είχαν τέκνα και απέκτησαν μετά από θερμή προσευχή, κατέφυγαν σ’ αυτό το ισχυρό όπλο. Ο δε Κύριος άκουσε τις θερμές προσευχές του Δωροθέου και της Ευσεβίας και τους αξίωσε να αποκτήσουν ένα κοριτσάκι το όποιο βάπτισαν Κυριακή, επειδή γεννήθηκε την ημέρα αναστάσεως του Χριστού.

Ανατροφή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου»
Ευγνώμονες τώρα προς τον Θεό, οι ευτυχείς γονείς αφοσιώθηκαν στην ανατροφή της μοναχοκόρης τους Κυριακής, με βάση την υπόδειξη του αποστόλου των εθνών Παύλου:

Να ανατρέφετε τα παιδιά σας δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο (Εφεσ. 6, 4). Της δίδαξαν την υπακοή, τη σεμνότητα, την αφοσίωση στον Θεό, την αγνότητα σώματος και ψυχής, τηνεμπιστοσύνη στην πρόνοια του Κυρίου, την αγάπη προς τους εμπερίστατους, την έμπρακτη βίωση της χριστιανικής πίστεως.

Και η Κυριακή δεν τους απογοήτευε. Διότι από την τρυφερή ακόμα ηλικία της είχε δώσει δείγματα για το ποιά επρόκειτο να γίνει καθώς μεγάλωνε. Όταν μάλιστα έφτασε σε ηλικία γάμου ήταν στολισμένη όχι μόνο με σύνεση και σωφροσύνη, με μόρφωση και ήθος, αλλά και με σπάνιο σωματικό κάλλος, που εντυπωσίαζε τους πάντες. Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, οι γονείς της ονειρεύονταν και προσδοκούσαν έναν καλό γάμο για τη μοναχοκόρη τους.

«Προτιμώ να είμαι νύμφητου Χριστού…»
Ενώ όμως έτσι σκέπτονταν οι γονείς της Κυριακής και αυτά ονειρεύονταν οι οικογένειες των υποψήφιων γαμπρών, η ίδια άλλα είχε αποφασισμένα με το νου και την καρδιά της.
  «Δεν μετεχειρίζετο το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων…, ούτε παρέκυπτεν από τα παράθυρα διά να αγρεύη τας ψυχάς των ανδρών»,  όπως επισημαίνει ο Συναξαριστής.
Αντίθετα, επιδιδόταν με ιδιαίτερο ζήλο στο να στολίζει την ψυχή της με προσευχή, με εγκράτεια, με σιωπή και με νηστείες. Διότι, θέλοντας να μιμηθεί την Υπεραγία Θεοτόκο, επέλεξε την οδό της παρθενίας, επηρεασμένη και από τα θεόπνευστα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους, τα σχετικά με τον γάμο και την αγαμία (παρθενία).

Η φράση μάλιστα του Παύλου, κι αυτός που προχωρεί σε γάμο κάνει καλά, κι αυτός που δεν προχωρεί θα κάνει ακόμα καλύτερα (Α΄ Κορ. 7, 38), την ώθησε να λάβει την  οριστική της απόφαση.

Έτσι, όταν οι ευσεβείς γονείς της πρότειναν να ασχοληθεί και με το θέμα της αποκαταστάσεώς της διά του γάμου, την άκουσαν να τους λέει ότι δεν επιθυμεί κάτι παρόμοιο και τους παρακάλεσε να μην επανέλθουν στο ζήτημα αυτό, επειδή διακαώς ποθούσε να αφιερώσει σώμα και ψυχή στον Κύριο και την αειπάρθενη Μητέρα του. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, όντας πιστοί χριστιανοί, εκτίμησαν πρεπόντως την παράκληση της μοναχοκόρης τους και δόξασαν τον Θεό που όχι μόνο τους χάρισε την Κυριακή, αλλά και διότι ήταν τόσο ευλογημένη ψυχή.


Στο στόχαστρο πλούσιου ειδωλολάτρη
Ένας πλούσιος αξιωματούχος της περιοχής, ειδωλολάτρης, όταν πληροφορήθηκε για την Κυριακή, την ομορφιά, το ήθος και την οικονομική κατάσταση των γονιών της, έσπευσε να τη ζητήσει για νύφη του και σύζυγο του μοναχογιού του. Καθώς έμαθε τα καθέκαστα η Κυριακή, χωρίς περιστροφές αλλά με ήρεμη παρρησία είπε τα εξής: «Εγώ επέλεξα να είμαι νύμφη του Χριστού μου, και όχι μόνον αυτόν που είναι ειδωλολάτρης δεν θέλω για άντρα μου, αλλά και χριστιανός να ήταν δεν θα τον έπαιρνα, διότι έδωσα υπόσχεση ενώπιον του Κυρίου να ζήσω και να πεθάνω παρθένος».

Η απάντηση της Κυριακής, όπως ήταν επόμενο, όχι μόνο δεν άρεσε στον ειδωλολάτρη αξιωματούχο, αλλά και τον εξόργισε. Έσπευσε και παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Κατήγγειλε ότι ο Δωρόθεος, η γυναίκα του Ευσεβία και η κόρη τους Κυριακή είναι χριστιανοί.

Ενώπιον του αυτοκράτορα Διοκλητιανού
Ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να συλληφθούν και οι τρεις και να οδηγηθούν ενώπιον του. Όταν αυτό πραγματοποιήθηκε, κλήθηκαν να προσφέρουν θυμίαμα στα είδωλα.

Ο Δωρόθεος, χωρίς να φοβηθεί τον εξοργισμένο αυτοκράτορα, ομολόγησε με παρρησία τη χριστιανική τους πίστη.Ο Διοκλητιανός, αφού πρώτα βασάνισε τον Δωρόθεο, έδωσε εντολή: Να μεταφέρουν τον μεν Δωρόθεο και τη γυναίκα του Ευσεβία στην πόλη Μελιτινή της Μικράς Ασίας, προκειμένου να τιμωρηθούν εκεί σκληρά μήπως και αρνηθούν την πίστη τους στον Ιησού Χριστό, άλλως να τους επιβληθεί η θανατική ποινή για ασέβεια προς τους κρατικούς θεούς, την δε Κυριακή έστειλε στον γαμπρό του, τον καίσαρα Μαξιμιανό Γαλέριο, που βρισκόταν στη Νικομήδεια, για να την «συνετίσει», πείθοντάς την να θυσιάσει στα είδωλα. Ο τοπικός άρχοντας της Μελιτινής, γνωστός για τη βαναυσότητά του, μόλις διαπίστωσε κατά την συνοπτική ανάκριση ότι ο Δωρόθεος και η Ευσεβία εμμένουν στη χριστιανική τους πίστη και αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα, τους υπέβαλε αρχικά σε σκληρά βασανιστήρια και στη συνέχεια διέταξε το θάνατο τους με αποκεφαλισμό. Έτσι τα μεν σώματα των ευσεβών γονέων έπεφταν καταγής, η δε αγία ψυχή τους ανέβαινε στον ουρανό.


Η Κυριακή ανακρίνεται και βασανίζεται από τον Μαξιμιανό

Όταν η Κυριακή οδηγήθηκε ενώπιον του καίσαρα Μαξιμιανού Γαλέριου, εκείνος αρχικά προσπάθησε να την δελεάσει με κολακείες και υποσχέσεις, προκειμένου να την πείσει για να θυσιάσει στα είδωλα. Στις υποδείξεις, τις κολακείες και τις προτροπές η Κυριακή απάντησε με παρρησία ότι δεν την ενδιαφέρει τίποτε από αυτά, διότι είναι αφιερωμένη στον Σωτήρα και Λυτρωτή της Ιησού Χριστό και δεν πρόκειται να θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς.

«Μετά τινα βασανιστήρια» ο καίσαρας παραιτήθηκε από την προσπάθεια να πείσει την Κυριακή. Και έδωσε εντολή να την οδηγήσουν στον αιμοβόρο διοικητή της Βιθυνίας, που λεγόταν Ιλαριανός. Ο Ιλαριανός έδωσε εντολή να την υποβάλουν σε ένα από τα πιο φρικτά και επώδυνα μαρτύρια:
Την κρέμασαν από τα μαλλιά της κεφαλής, την έγδυσαν  και έκαιγαν το σώμα της με αναμμένες λαμπάδες! Η μεγαλομάρτυς Κυριακή, έχοντας νου και ψυχή ανυψωμένα στον ουρανό, υπέμεινε με καρτερία τον πόνο, χωρίς γογγυσμό, προσευχόμενη και ζητώντας την ενίσχυση του Κυρίου.

Ο Ιλαριανός, εντυπωσιασμένος μεν από την καρτερία της, αλλά και εξοργισμένος από την αποτυχία της προσπάθειάς του, διέταξε να ρίξουν στη φυλακή τη νεαρή χριστιανή, προκειμένου να συνεχίσει την άλλη μέρα τα βασανιστήρια.
Εκεί λοιπόν στη σκοτεινή φυλακή εμφανίστηκε στη μεγαλομάρτυρα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, 
ο όποιος της είπε: 
 «Μη φοβάσαι, Κυριακή, τα βασανιστήρια, διότι η χάρη μου θα είναι μαζί σου και θα σε προστατεύει από κάθε πειρασμό». Αφού δε θεράπευσε τις πληγές της έφυγε στους ουρανούς.



Η εμφάνιση αυτή του Κυρίου και η θεραπεία των πληγών της τόνωσαν το φρόνημα της μεγαλομάρτυρος. Έτσι, όταν την επομένη την οδήγησαν και πάλι ενώπιον του τοπικού διοικητή Ιλαριανού, ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει με θάρρος οτιδήποτε θα μηχανευόταν ο τύραννος. Αυτός, βλέποντας ότι οι πληγές από τα χθεσινά βασανιστήρια είχαν τελείως  θεραπευθεί, απευθυνόμενος στην Κυριακή της είπε: Είδες ότι οι θεοί μας σε θεράπευσαν; Έλα λοιπόν στο ναό τους για να τους προσφέρεις ευχαριστήρια θυσία. Η χριστιανή νέα  του απάντησε με παρρησία: Δεν με θεράπευσαν οι ψεύτικοι θεοί σου, αλλά ο μόνος αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Αφού όμως με προσκαλείς, θα έρθω στο ναό των ειδώλων.

Συντριβή των ειδώλων, αλλά και μαρτύρια

Με τη συνοδεία και άλλων αξιωματούχων ο Ιλαριανός, η μεγαλομάρτυς Κυριακή και πλήθος λαού πήγαν στον ειδωλολατρικό ναό. Όταν μπήκαν στο ναό, η μεγαλομάρτυς Κυριακή, αφήνοντας όλους άφωνους, προσευχήθηκε μεγαλόφωνα στον Κύριο και Θεό της, τον Ιησού Χριστό. Τού ζήτησε να λάμψει η Αλήθεια και να διαλυθεί το σκότος της ειδωλολατρίας.  Και, ώ του θαύματος!
Ξαφνικά, τα είδωλα των θεοτήτων που βρίσκονταν μες στο ναό γκρεμίστηκαν σε συντρίμμια, ενώ «σεισμός μέγας μέ ἀνεμοστρόβιλον φοβερόν» τα  διασκόρπισε σε μεγάλη απόσταση. Έντρομοι όλοι οι παρευρισκόμενοι διαπίστωσαν με έκπληξη τη δύναμη της χριστιανικής Πίστεως, αρκετοί δε από αυτούς παραδέχθηκαν ότι  ο Θεός των χριστιανών είναι αληθινός. Αστραπή από τον ουρανό χτύπησε στο πρόσωπο τον Ιλαριανό «καί εὐθέως πεσῶν εἰς τήν γῆν ἀπέθανεν», γράφει ο Συναξαριστής.

Ο νέος διοικητής της επαρχίας της Βιθυνίας, που λεγόταν Απολλώνιος μόλις έμαθε ότι η Κυριακή διαδίδει, μετά τον θάνατο του Ιλαριανού, την Χριστιανική πίστη, έδωσε εντολή να  την συλλάβουν. Ο Απολλώνιος διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά και να ρίξουν μες στις φλόγες της τη μεγαλομάρτυρα Κυριακή. Πράγμα που έγινε. Όμως, τι το θαυμαστό ήταν  αυτό που συνέβη μπροστά στα μάτια όλων; Αντί να κατακαεί η νεαρή χριστιανή, ο  Θεός άκουσε τη σύντομη θερμή προσευχή της και την προφύλαξε. Χωρίς να υπάρχουν στον  ουρανό σύννεφα, δυνατή βροχή έπεσε «καί ἔσβεσε παρευθύς τήν φλόγα ἐκείνην», με αποτέλεσμα η μεγαλομάρτυς να μη πάθει απολύτως τίποτα.

Αμέσως την έριξε σε πεινασμένα λιοντάρια και τα αφήσαν για να κατασπαράξουν την Κυριακή. Και πάλι όμως ο κραταιός Θεός σκέπασε με την παντοδύναμη χάρη του την μεγαλομάρτυρα. Τα θηρία έγιναν αρνάκια και κάθισαν κοντά της και έγλειφαν τα πόδια της. Τότε αρκετοί από τους παρευρισκόμενους εθνικούς ομολόγησαν πίστη στον Ιησού  Χριστό και απαρνήθηκαν τα εθνικά είδωλα.

Νέα ομολογία Πίστεως
Ο διοικητής της Βιθυνίας Απολλώνιος έκανε μια ύστατη προσπάθεια για να μεταπείσει τη νεαρή χριστιανή, κολακεύοντάς την. Αυτά κι άλλα παρόμοια της έλεγε ο Απολλώνιος, νομίζοντας ότι κάτι θα επιτύχει.
 Εκείνη όμως, αφού τον κοίταξε με παρρησία, αναστέναξε βαθιά και του είπε:
Υιέ του διαβόλου και εχθρέ κάθε δικαιοσύνης! 
Με τόσο φθηνές κολακείες θέλεις να με πείσεις;
Με τέτοια ψέματα προσπαθείς να με χωρίσεις από το γλυκύτατο Νυμφίο μου Χριστό;
Μάθε λοιπόν, ασεβέστατε, ότι δεν πρόκειται να με χωρίσει από την αγάπη του ούτε ο πλούτος ή η φτώχεια, ούτε τα μαρτύρια και οι βασανισμοί, ούτε η ζωή ή ο θάνατος.
Επομένως, μη κουράζεσαι ελπίζοντας πώς θα απαρνηθώ τον Κύριο και Θεό μου και θα επιστρέψω στα ξόανα και τα είδωλα της πλανεμένης θρησκείας σου.
Ακόμα κι αν με ξαναρίξεις στη φωτιά ή με παραδώσεις στα άγρια θηρία, κι αν με πετάξεις στη θάλασσα ή με αποκεφαλίσεις με το ξίφος του δημίου, δεν θα καταφέρεις να αλλάξεις τη χριστιανική μου πίστη. Γιατί λοιπόν με φοβερίζεις με έναν πρόσκαιρο θάνατο, που στην πραγματικότητα είναι για μένα η πραγματική ζωή; Γιατί μου υπόσχεσαι τιμές οι όποιες για μένα είναι ατιμία;
Για μένα ζωή, τιμή, ανάπαυση και χαρά είναι ο θάνατος για το όνομα του Κυρίου και Θεού μου.
Γι’ αυτό και τις τιμές που μου τάζεις, τις δόξες και τον πλούτο, τις θεωρώ τόσης άξιας όση έχει και ο πηλός της γης. 

Στο σημείο αυτό η υπομονή του έπαρχου της Βιθυνίας εξαντλήθηκε, έδωσε εντολή για τον αποκεφαλισμό της.


Το μακάριο τέλος της μεγαλομάρτυρος

Οι δήμιοι, πήραν την Κυριακή και την οδήγησαν έξω από την πόλη, προκειμένου να την αποκεφαλίσουν. Φτάνοντας στον ορισμένο τόπο, η μεγαλομάρτυς τους παρακάλεσε να  της επιτρέψουν για λίγη ώρα να προσευχηθεί. Οι δήμιοι δεν της το αρνήθηκαν.
Τότε εκείνη γονάτισε και υψώνοντας τα χέρια της στον ουρανό, την δε ψυχή της στον παντοδύναμο  Θεό και Πατέρα, είπε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Πατρός, εσύ που μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανυμνείσαι από τις ουράνιες δυνάμεις, Εσύ ο όποιος δεν είσαι ορατός από κανέναν άνθρωπο κατά τη θεότητα, ευαρεστήθηκες όμως να κατεβείς στη γη και να φανείς κατά σάρκα στους ανθρώπους, 
Εσύ που ενδυνάμωσες κι εμένα την ταπεινή και ανάξια δούλη σου να ομολογήσω το άγιο Όνομά σου μπροστά σε βασιλιάδες και τυράννους, 
Εσύ που με προστάτεψες ώστε να μείνω μέχρι σήμερα αγνή παρθένος, Εσύ που είσαι Κύριος του ουρανού και της γης, 
Εσύ που εξουσιάζεις την ζωή και τον θάνατο, 
Εσύ που είσαι δημιουργός των ψυχών και των σωμάτων, 
παράλαβε και τη δική μου  ψυχή και κατάταξε την μαζί με τις φρόνιμες παρθένες [πρβλ. Ματθ. 25, 1-13].
Διότι δεν έσβησα το λυχνάρι της παρθενίας όπως οι μωρές παρθένες, δεν νύσταξε η ψυχή μου από αμέλεια και οκνηρία στην πορεία του κόσμου αυτού. 
Πίσω σου έτρεξα και Εσένα  ακολούθησα. 
Πορεύτηκα το δρόμο των εντολών σου Δέξου λοιπόν το πνεύμα μου στα χέρια σου και ανάπαυσε το εκεί που βρίσκεται η κατοικία όλων εκείνων οι όποιοι ευφραίνονται κοντά σου. 
Κατάταξε με στην αιώνια μακαριότητα  μαζί με τους γονείς μου που μαρτύρησαν πριν από μένα για χάρη του ονόματός σου. Θυμήσου και όσους επικαλούνται το άγιο Όνομά σου όταν θλίβονται, εξαιτίας εμού της  δούλης σου. 
Θυμήσου εκείνους που θα επιτελούν την μνήμη του μαρτυρικού μου θανάτου. Αντάμειψέ τους με τις πλούσιες δωρεές των χαρισμάτων σου.



Άκουσε την προσευχή τους όταν καθημερινά απευθύνονται σε Σένα. 

Ικανοποίησε τα αιτήματά τους που αποβλέπουν στη δική τους σωτηρία, ώστε και γι αυτούς να δοξαστεί το άγιο Όνομά σου, διότι είσαι ευλογητός στους αιώνες των αιώνων. 
Αμήν.


Ο Συναξαριστής αναφέρει ότι μόλις η μεγαλομάρτυς και νύμφη του Χριστού Κυριακή τελείωσε την προσευχή της, άγγελοι του Θεού παρέλαβαν την αγία ψυχή της και δεν χρειάστηκε οι δήμιοι να κάνουν χρήση του ξίφους τους για να την αποκεφαλίσουν.

Έπειτα οι δήμιοι και οι λοιποί ανάμεσα στους όποιους και χριστιανοί επέστρεφαν στην πόλη προκειμένου να ενημερώσουν και τον τοπικό διοικητή Απολλώνιο για τα διατρέξαντα, ακούστηκε μια υπερκόσμια φωνή που τους έλεγε: Πηγαίνετε και διηγηθείτε σε όλους τα μεγαλεία του Θεού. Έτσι οι χριστιανοί έμειναν στον τόπο της τελειώσεως της μεγαλομάρτυρος αγίας Κυριακής, πήραν την σορό της και την ενταφίασαν με τιμές, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Κύριο και Θεό τους, που ανέδειξε ανάμεσά τους μία ακόμα αγιασμένη ψυχή.

Η αγία Κυριακή όχι μόνον υπέστη φρικτά μαρτύρια, αλλά και οδηγήθηκε έξω από την πόλη για να αποκεφαλιστεί, πράγμα που είχε αποδεχτεί εσωτερικά και με την προαίρεσή  της ποθούσε, ανεξάρτητα αν ο Κύριος πήρε την ψυχή της και δεν επέτρεψε τον διά του ξίφους θάνατο της.
Δίκαια λοιπόν καλείται μεγαλομάρτυς η αγία Κυριακή.

https://xristianos.gr/



Που βρίσκονται τα λείψανα της αγίας.



Η Κάρα, η δεξιά και δύο τεμάχια στη Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους.

Απότμημα Κάρας στη Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας.

Αποτμήματα στις Μονές Διονυσίου Αγίου Όρους, Παναγίας Έβρου, αγ. Αναργύρων Καστοριάς, Σεπετού Ηλείας και Κύκκου Κύπρου.

Απολυτίκιον
Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε



Ως βρύσις πολυκρουνός, παρθένο μάρτυς Χριστού, κατήρδευσας πάνσοφε, την Εκκλησίαν αυτού, και ήθλησας άριστα, έσωσας  τους εν σκότει της ειδωλομανίαs, αίγλη των σων θαυμάτων, Κυριακή αθληφόρε, διό εν παρρησία Χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς.



Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ κ.ΙΩΗΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ




ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ, ως υμνογράφος της Εκκλησίας, συνέθεσε ειδική ευχή για την δύσκολη περίσταση που αντιμετωπίζει αυτήν την περίοδο η Μακεδονία και η Πατρίδα μας κατόπιν αιτήσεως του Αρχιμανδρίτου Ν.Π. από την Θεσσαλονίκη, προκειμένου αυτή να λέγεται από τον ιερέα κατά το πέρας της Παρακλήσεως της Θεοτόκου. Την δημοσιεύουμε για πρώτη φορά στον «Ιστογράφο», το επίσημο ιστολόγιο της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης (οι δημοσιεύσεις εμφανίζονται και στον δικτυακό τόπο της Ι. Μητροπόλεως www.imepa.gr).




ΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
(Ποίημα τοῦ Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας ΙΩΗΛ)

   Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐλευθερώσας διὰ τοῦ πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεώς σου τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ, ὁ δι᾿ ὁράματος ἐν Τρωάδι (Πρ. 16,9) εἰπὼν τῷ Παύλῳ, «διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν», ὁ τὸν παλαιὸν Ἰσραὴλ πολλάκις βοηθήσας, ὁ σώσας τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκ τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς καὶ εἰπών, «Ἐπιστρέψω ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν οἰκτιρμῷ καὶ ὁ οἶκός μου ἀνοικοδομηθήσεται ἐν αὐτῇ (Ζαχ. 1,16), ὁ ἐμπνεύσας τῷ Ἰούδᾳ τῷ Μακκαβαίῳ λαλῆσαι, «κρεῖσσον ἡμᾶς ἀποθανεῖν ἐν τῷ πολέμῳ ἢ ἐπιδεῖν ἐπὶ τὰ κακὰ τοῦ ἔθνους ἡμῶν καὶ τῶν ἁγίων» (Α΄ Μακκ. 3,59), ὁ κλαύσας ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον πατρίδα σου (Λκ. 19,41-44), ὁ προστατεύσας τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα ἡμῶν «ἐκ χειρὸς πάντων τῶν μισούντων ἡμᾶς» (πρβλ. Λκ. 1,71), ὁ ποιήσας τὸ ἔθνος ἡμῶν «ἔθνος ἅγιον καὶ λαὸν εἰς περιποίησιν» (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 2, 9), ἐπάκουσον ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῆς δεήσεως ἡμῶν.
   Διασκέδασον πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον ὡς καὶ πᾶσαν πονηρὰν βουλὴν καὶ μηχανὴν τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς διὰ τὴν Ἑλληνικωτάτην Μακεδονίαν ἡμῶν. Φώτισον τὸν νοῦν καὶ τὴν διάνοιαν τῶν ἀρχόντων ἡμῶν εἰς τὸ εἰδέναι τί τὸ συμφέρον διὰ τὴν Μακεδονίαν. Κραταίωσον αὐτοὺς πράττειν τὰ κράτιστα καὶ ἁρμόδια αὐτῇ. Ἐνδυνάμωσον τοὺς κατοίκους τῆς Μακεδονίας ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις τῆς θλίψεως αὐτῶν καὶ δὸς αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ἰσχύος εἰς τὸ ὑπερασπίζεσθαι τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος ἡμῶν.
   Ἐπάκουσον τῆς φωνῆς τοῦ λαοῦ σου τοῦ ἀγωνιζομένου διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς φιλτάτης ἡμῶν πατρίδος καὶ τὴν περιφρούρησιν τῆς Μακεδονίας. Ἀπόστησον ἀφ᾿ ἡμῶν πᾶσαν κακόνοιαν, δαιμονικὴν ἐνέργειαν, πρᾶξιν ἐπιζήμιον καὶ ἔργα ἐρεβώδη καὶ ἀνθελληνικά, ἐπιβουλεύοντα τῇ ὑποστάσει καὶ ἀξιοπρεπείᾳ τῆς Μακεδονίας ἡμῶν. Φυγάδευσον πάντα διχασμὸν καὶ ἐμφύλιον διαμάχην ἐκ τοῦ λαοῦ τοῦ ἀγωνιζομένου διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ὑποστάσεως τῆς Μακεδονίας.
Ὅτι σὺ εἶ ὁ συστήσας τὰ ἔθνη καὶ τὰς ὁροθεσίας αὐτῶν καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

   Κύριε Ιησού Χριστέ, που είσαι ο Θεός μας, εσύ που ελευθέρωσες με το Πάθος και την Ανάστασή σου το γένος των ανθρώπων από την δουλεία του εχθρού, που μέσω οράματος στην Τρωάδα είπες στον απόστολο Παύλο «έλα στην Μακεδονία και βοήθησέ μας», που βοήθησες πολλές φορές τον παλαιό λαό του Ισραήλ, που έσωσες την Ιερουσαλήμ από τους εχθρούς της και είπες: «θα επιστρέψω με έλεος στην Ιερουσαλήμ και θα ανοικοδομηθεί σε αυτήν ο ναός μου», που ενέπνευσες τον Ιούδα τον Μακκαβαίο να πει: «καλύτερα να πεθάνουμε στον πόλεμο, παρά να δούμε τις συμφορές του έθνους μας και του αγιασμένου λαού μας», που έκλαψες για την Ιερουσαλήμ, την ανθρώπινη πατρίδα σου, που προστάτευσες την Ελλάδα, την πατρίδα μας, «από τα χέρια όλων όσων μας μισούν», που ανέδειξες το έθνος μας «έθνος άγιο και λαό που διάλεξε ο Θεός», επάκουσε την ώρα αυτή την δέησή μας.
   Διασκόρπισε κάθε εχθρό και πολέμιο καθώς και κάθε κακό σκοπό και κάθε τέχνασμα των ισχυρών της γης για την Ελληνικότατη Μακεδονία μας. Φώτισε τον νου και την διάνοια των αρχόντων μας, προκειμένου να γνωρίσουν ποιο είναι το συμφέρον της Μακεδονίας. Δώσε σε αυτούς δύναμη, ώστε να πράττουν τα καλύτερα και όσα ταιριάζουν σε αυτήν. Ενδυνάμωσε τους κατοίκους της Μακεδονίας σε αυτές τις ημέρες της θλίψης τους και δώσε σε αυτούς πνεύμα δυνάμεως και ισχύος, για να υπερασπίζονται το όνομα της πατρίδας μας.
   Εισάκουσε την φωνή του λαού σου, που αγωνίζεται για την διάσωση του ονόματος και της υποστάσεως της Μακεδονίας. Διώξε μακρυά από μας κάθε κακία, κάθε δαιμονική ενέργεια, κάθε επιζήμια πράξη και κάθε άθλια και ανθελληνική ενέργεια, που επιβουλεύονται την υπόσταση και την αξιοπρέπεια της Μακεδονίας μας. Απομάκρυνε κάθε διχασμό και εμφύλια διαμάχη από τον λαό, που αγωνίζεται για την διάσωση του ονόματος και της υποστάσεως της Μακεδονίας.
   Επειδή εσύ συνέστησες τα έθνη και τα όριά τους και σε σένα αναπέμπουμε την δόξα μαζί με τον άναρχό σου Πατέρα και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

https://istographos.blogspot.com

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Η κλήση των μαθητών

Η κλήση των μαθητών


 Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης & Αλμωπίας Ιωήλ




«Εκάλεσεν αυτούς»

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Χριστός προσκαλεί τους τέσσερις πρώτους μαθητές να Τον ακολουθήσουν, τον Πέτρο και τον Ανδρέα αλλά και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους αδελφούς. Στα ιερά Ευαγγέλια δυό φορές φαίνεται να καλεί ο Χριστός τους μαθητές αυτούς. Η πρώτη κλήση ήταν δοκιμαστική, ενώ η δεύτερη οριστική και γίνεται στο χρονικό διάστημα που ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε δολοφονηθεί από τον Ηρώδη. Η σημερινή κλήση που περιγράφεται στο ανάγνωσμα είναι η δεύτερη, που όπως είπαμε είναι και η οριστική.

Η ποιότητα ζωής των Αποστόλων

Τι άνθρωποι ήταν αυτοί οι ψαράδες που κάλεσε ο Κύριος για να γίνουν μαθητές του; Ήταν άνθρωποι ταπεινοί, αγράμματοι και αφανείς κοινωνικά. Δεν ανήκαν στην τάξη των Φαρισσαίων και των νομικών. Ο Βασίλειος ο Σελευκείας παρατηρεί: «ζητώντας ο Κύριος ανθρώπους να παιδεύσουν την οικουμένη παρέβλεψε πόλεις, δήμους και βασιλείες. Απεστράφη τους ανθρώπους του πλούτου, τους ρήτορες, «εμίσησε κράτος ρητόρων»… «Ο Κύριος με τον τρόπο της κλήσεως των πρώτων είναι σαν να έλεγε στους ανθρώπους: «αλιείς, ου βασιλέας ζητώ». Ο Ματθαίος γράφει πως ο Κύριος τους βρήκε «εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου του πατρός αυτών καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών» (Ματθ. 4,21). Διόρθωναν τα δίχτυά τους «μη δυνάμενοι ωνήσασθαι έτερα», δηλ. δεν μπορούσαν να αγοράσουν άλλα, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο. Ήσαν άνθρωποι που είχαν αγάπη μεταξύ τους. Όλοι μαζί ψάρευαν, όλοι μαζί διόρθωναν τα δίχτυα. Πατέρας και παιδιά εργαζόντουσαν μαζί κι είχαν χαρακτηριστικό γνώρισμα «το από δικαίων τρέφεσθαι πόνων», να τρέφονται με τον ιδρώτα και τον κόπο τους (Χρυσόστομος). Μπορεί να μην είχαν μόρφωση αλλά τους διέκρινε η αρετή της αγάπης. Ένας σύγχρονος θεολόγος θα προσθέσει πως ο Κύριος δεν κάλεσε ανέργους στο έργο του ευαγγελισμού των λαών, αλλ’ ανθρώπους που εργάζονταν. Τα παράτησαν όλα, γιατί είχαν εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Χριστού.



Η κλήση των μαθητών δείχνει τη δύναμη του Θεού

Αυτούς που περιφρονούσε ο κόσμος, αυτούς διάλεξε για Αποστόλους Του ο Κύριος.Ο Παύλος το σημειώνει αυτό χαρακτηριστικά: «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά» (Α’ Κορ. 1,27). Αυτούς επέλεξε ο Κύριος, για να φανεί στον κόσμο πως η διάδοση του Ευαγγελίου δεν ήταν αποτέλεσμα δυνάμεως και σοφίας ανθρώπινης, αλλ’ ήταν αποτέλεσμα της δυνάμεως και της χάριτος του Θεού, «όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (οπ.π. στιχ. 29). Η ανταπόκριση των μαθητών είναι αυθόρμητη και ολοκληρωτική. «Άφησαν τα δίχτυα, τα πλοία και τον πατέρα αυτών» (Ματθ. 4,22) και τον ακολούθησαν. Δεν είχαν δεί από το Χριστό μεγάλα θαύματα η δεν άκουσαν σπουδαίους λόγους κι όμως αντελήφθησαν και κατανόησαν το πρόσωπο του Κυρίου και θυσίασαν τα πάντα γι’ Αυτόν.

Οι πιστοί μόνο με το Χριστό δένονται άρρηκτα

Ο Χριστιανός δεν πρέπει να δένεται με κανένα πράγμα η πρόσωπο της παρούσης ζωής τόσο, όσο με το πρόσωπο του Χριστού. Τον πρώτο λόγο στη ζωή μας τον έχει ο Κύριος. Δεν μας προτρέπει η Εκκλησία μας να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας, τα υπάρχοντά μας και τις οικογένειές μας. Θέλει όμως περισσότερο από τα υλικά και τα αγαπημένα μας πρόσωπα να αγαπάμε το Χριστό. Να έχουμε ζωντανή σχέση με το Χριστό. Ο σύνδεσμός μας με τον Ιησού να μην περιορίζεται σε μία διανοητική σχέση, σ’ ένα ιδεολόγημα. Να είναι ζωντανός και να εκφράζεται στην προσευχή, στη συμμετοχή μας στα μυστήρια και, αν παραστεί ανάγκη, στη δημόσια ομολογία και στη θυσία ορισμένων προσφιλών μας πραγμάτων.



Στις ημέρες μας ανθεί η αλιεία των ανθρώπων για διαφόρους σκοπούς. Αλιεύονται με πολλή τέχνη άνθρωποι, για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς, κοινωνικούς, ιδεολογικούς, παραθρησκευτικούς κι ακόμα και αισχρούς σκοπούς. Ανθεί στις ημέρες μας μία στρατολόγηση που διακρίνεται για την ιδιοτέλεια και το κέρδος. Παρουσιάζονται πολλοί «μεσσίες» με αξιώσεις υποταγής σ’ αυτούς εκ μέρους των ανθρώπων. Οι προσωπικές φιλοδοξίες είναι στην ημερήσια διάταξη. Ζητάμε από τους άλλους αφοσίωση και υπακοή για να ικανοποιήσουμε τα πάθη μας που πολλές φορές είναι και ποταπά. Μόνον η υπακοή στο Χριστό ωφελεί τον άνθρωπο πολλαπλώς. Τον κάνει ειρηνικό απέναντι στους άλλους, χωρίς μικροσυμφέροντα και υλικές απολαβές. Τον καταξιώνει ως άνθρωπο και αναδεικνύει τα χαρίσματά του και τις αρετές του. Τον προάγει στη Βασιλεία του Θεού, για να ζήσει αιώνια κοντά στο Χριστό που αγάπησε ολοκληρωτικά και εγκάρδια.

 πηγή :http://www.imlemesou.org

ΑΓΙΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

ΑΓΙΟΙ 12 ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ


ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν......


Πρός   Κορινθίους  Α΄  Επιστολής Παύλου    δ΄ 9-16

Αδελφοί, ο Θεός ημάς τους Αποστόλους εσχάτους απέδειξεν ως επιθανατίους,
 ότι θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις.
 Ημείς μωροί διά Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ· ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί·
υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι.
Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταίς ιδίαις χερσίν· λοιδορούμενοι ευλογούμεν,
διωκόμενοι ανεχόμεθα, δυσφημούμενοι παρακαλούμεν·
ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα, έως άρτι.
Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ᾽ ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ᾽ ου πολλούς πατέρας· εν γαρ Χριστώ ᾽Ιησού διά του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα.
Παρακαλώ ούν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε.



ΕΡΜΗΝΕΙΑ
(κ. Παναγιώτη Τρεμπέλα)

9 Κάθε άλλο όμως παρά βασιλεία απολαμβάνουμε εμείς οι Απόστολοι.
Διότι νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους Αποστόλους μας παρουσίασε δημόσια
 και στα μάτια όλων ως τελευταίους, ως καταδίκους που πρόκειται να θανατωθούν.

 Διότι γίναμε θέαμα σ’ όλο τον κόσμο, και στους αγγέλους και στους ανθρώπους.
Και από τη μια μας θαυμάζουν οι ενάρετοι άνθρωποι, ενώ από την άλλη μας περιφρονούν και μας χλευάζουν οι άλλοι.

10 Εμείς οι Απόστολοι θεωρούμαστε από τους απίστους ηλίθιοι και ανόητοι για το όνομα του Χριστού· εσείς όμως είστε συνετοί εν Χριστώ.
Εμείς είμαστε ασθενείς και καταδιωκόμαστε από τους ανθρώπους· εσείς όμως είστε ισχυροί, διότι δεν σας βρήκε κάποιος πειρασμός. Εσείς είστε ένδοξοι, εμείς όμως είμαστε άτιμοι και περιφρονημένοι.

11 Μέχρι την ώρα αυτή που σας γράφω, και πεινούμε και υποφέρουμε από δίψα στις περιοδείες μας, και δεν έχουμε αρκετά ρούχα, όταν στη μέση των ταξιδιών μας μας πιάνει ξαφνικά ο χειμώνας· και δεχόμαστε χτυπήματα και κακομεταχειρίσεις, και δεν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, αλλά διαρκώς φεύγουμε εδώ κι εκεί.

12 Και κοπιάζουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια.
Την ώρα που μας βρίζουν εκείνοι που απιστούν στο Ευαγγέλιο και μας περιγελούν,
εμείς ευχόμαστε το καλό τους.
 Ενώ μας καταδιώκουν, δείχνουμε ανοχή στους διώκτες μας.

13 Ενώ μας δυσφημούν και μας συκοφαντούν, απαντούμε με λόγια γλυκά και παρηγορητικά.

Σαν καθάρματα και σκουπίδια του κόσμου γίναμε, αποβράσματα ακάθαρτα της κοινωνίας στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή.

14 Δεν θέλω μ’ αυτά που σας γράφω να σας ντροπιάσω, αλλά σαν παιδιά μου αγαπητά σας συμβουλεύω.

15 Ναί. Σας συμβουλεύω με πατρική λαχτάρα και στοργή. Διότι, εάν έχετε πάρα πολλούς παιδαγωγούς και διδασκάλους εν Χριστώ, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρες.
 Έναν και μόνο πνευματικό πατέρα έχετε, εμένα. Διότι εγώ με το κήρυγμα του Ευαγγελίου σας γέννησα πνευματικά, με τη χάρη που μου έδωσε η κοινωνία και η σχέση μου με τον Χριστό.

16 Αφού λοιπόν είμαι πατέρας σας, σας παρακαλώ  να γίνεστε μιμητές μου.




 ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Πέτρος ο Απόστολος

 Ο κορυφαίος αυτός Απόστολος του Χριστού ήταν Ιουδαίος και ονομαζόταν Σίμων. Γεννήθηκε στην μικρή και άσημη πόλη τη Βησθαϊδά. Ο Πατέρας του ονομαζόταν Ιωνάς. Έζησε σε αφάνταστη φτώχεια και στερήσεις. Όμως μεγάλωσε σε περιβάλλον ευσέβειας. Οι γονείς του ανήκαν στους λιγοστούς πιστούς ευσεβείς Ιουδαίους της εποχής τους, οι οποίοι περίμεναν εναγώνια τον Μεσσία και την μεσσιανική εποχή κατά την οποία θα τερματίζονταν η κακοδαιμονία της ανθρωπότητας. Αυτή την πίστη και την ευσέβεια μετέδωσαν στα παιδιά τους. Γράμματα έμαθε ελάχιστα, προφανώς γνώριζε μόνο γραφή και ανάγνωση. Αδελφός του υπήρξε ο πρωτόκλητος Ανδρέας.
      Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Πέτρος νυμφεύτηκε την κόρη του Αριστοβούλου, ανεψιά του Αποστόλου Βαρνάβα, σε αντίθεση με τον Ανδρέα, ο οποίος δεν νυμφεύτηκε ποτέ. Έκαμε δύο παιδιά, ένα γιο και μια κόρη, των οποίων αγνοούμε τα ονόματα. Αγνοούμε επίσης και το όνομα της συζύγου του. Εγκαταστάθηκε στο σπίτι του πεθερού του στην Καπερναούμ και ασκούσε μαζί με τον αδελφό του Ανδρέα, το επάγγελμα του ψαρά στην παρακείμενη λίμνη της Γενισαρέτ.
     Μετά την σύλληψη του Ιωάννου του Βαπτιστού, ο Κύριος πήγε στα μέρη της Γαλιλαίας, στις περιοχές γύρω από την μαγευτική λίμνη, για να κηρύξει το ευαγγέλιο της σωτηρίας του κόσμου. Εκεί συνάντησε τους περισσότερους από τους μαθητές του, ψαράδες το επάγγελμα, τους οποίους κάλεσε να γίνουν στο εξής «αλιείς ανθρώπων» ( Ματθ.4,20), συνεργοί Του στο έργο της σωτηρίας του κόσμου.
     Ο ενθουσιώδης και ευσεβής Πέτρος πέταξε τα δίχτυα από τους πρώτους και Τον ακολούθησε πιστά. Λόγω του δυναμικού χαρακτήρα του και της ιδιαίτερης αφοσίωσής του στον Κύριο αξιώθηκε να έχει το προβάδισμα έναντι των άλλων αποστόλων και να ομιλεί συχνά εκ μέρους αυτών. Ομολόγησε πρώτος ότι ο Χριστός είναι «ο Υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ.16:17). Ο Κύριος εξετίμησε αυτή την ομολογία, και τον διαβεβαίωσε πως πάνω σε αυτή την ομολογία πίστεως «οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν» (Ματθ.16,18).
      Ακολούθησε το Χριστό πιστά σε όλη την τριετή δράση Του. Την ώρα της σύλληψής Του αντέδρασε βίαια. Τον ακολούθησε επίσης γεμάτος αγωνία και θλίψη στο ανίερο δικαστήριο του ιουδαϊκού ιερατείου, παρ' όλο ότι σε μια στιγμή αδυναμίας και φόβου Τον αρνήθηκε, έστω και λεκτικά και γι' αυτό μετάνιωσε πικρά και έκλεγε σε όλη του τη ζωή (Ματθ.26,75).
      Αξιώθηκε να δει από τους πρώτους το κενό μνημείο και να διαπιστώσει την Ανάσταση του Χριστού. Το συγκλονιστικό αυτό το γεγονός τον μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Το φλογερό του κήρυγμα την ημέρα της Πεντηκοστής έκαμε  να πιστέψουν τρεις χιλιάδες ψυχές, να βαπτιστούν και να ιδρυθεί έτσι η ιστορική επίγεια Εκκλησία του Χριστού.
     Κατόπιν η ζωή και η δράση του υπήρξε θαυμαστή. Κήρυξε με ζήλο και θάρρος στην Παλαιστίνη και εδραίωσε την Εκκλησία. ’πειρα επίσης θαύματα έκανε για τη δόξα του Χριστού. Για την όλη δράση του διώχτηκε σκληρά από τους ομοφύλους του. Κατόπιν πήγε στη Αντιόχεια και ίδρυσε εκεί την τοπική Εκκλησία, μια από τις σημαντικότερες πρωτοχριστιανικές κοινότητες. Ύστερα περιόδευσε την Γαλατία, την Καππαδοκία, την Βιθυνία, τον Πόντο, την Ελλάδα. Υπάρχουν πληροφορίες ότι έμεινε για πολύ στην Κόρινθο, κηρύττοντας και νουθετώντας.
       Στην ορθόδοξη παράδοσή μας δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τέλος του μεγάλου αυτού Αποστόλου. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι γέρος και κατάκοπος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Αντιόχεια.
       Υπάρχει βέβαια και η παράδοση Ρωμαιοκαθολικών περί μεταβάσεως του Πέτρου στη Ρώμη. Την παράδοση αυτή πολλοί ορθόδοξοι μελετητές την αμφισβητούν, διότι στηρίζεται σε μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα κείμενα, τις λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις», τις οποίες εφεύραν οι παπικοί προκειμένου να στηρίξει το παπικό πρωτείο εξουσίας σε ολόκληρη την Εκκλησία.
       Σύμφωνα με αυτή την παράδοση ο Πέτρος κατέληξε στην πολυάριθμη πρωτεύουσα της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την Ρώμη. Ίδρυσε την τοπική εκκλησία και έγινε ο πρώτος επίσκοπός της. Κήρυττε νυχθημερόν στη μεγάλη πόλη και κατόρθωσε να μεταστρέψει πλήθος κατοίκων στον Χριστιανισμό. Την ίδια εποχή βρισκόταν στη Ρώμη και ο διαβόητος Σίμων ο μάγος, γνωστός από τις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 8:9). Εκεί με τις διάφορες μαγγανείες και τα μαγικά κόλπα προκαλούσε τον θαυμασμό του πλήθους και γι' αυτό απέκτησε πολλούς οπαδούς. Όμως βρήκε μπροστά του τον αληθινό άνθρωπο του Θεού, τον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος με σειρά θαυμάτων ξεσκέπασε τον απατεώνα μάγο, τον απέδειξε ως συνεργό των δαιμόνων και φανέρωσε την ανίκητη δύναμη του αληθινού Θεού.
      Στα χρόνια εκείνα βασίλευε στη Ρώμη ο παράφρονας Νέρων, ένας από τους πιο μισητούς και αιμοδιψείς δικτάτορες της ιστορίας. Προκειμένου να αποποιηθεί από το προσωπικό του έγκλημα για την πυρπόληση της Ρώμης, το απέδωσε στους Χριστιανούς. Για να γίνει πιστευτός, κήρυξε σκληρό διωγμό κατά της νέας πίστεως. Χιλιάδες Χριστιανοί συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και στο θάνατο.
        Ο Πέτρος, ένα από τα κορυφαία μέλη της Εκκλησίας που παρεπιδημούσε στη Ρώμη, έγινε ο κυριότερος στόχος των διωκτών. Γι' αυτό και έκρινε σκόπιμο να φύγει κρυφά από την πόλη και να γλιτώσει. Καθώς βάδιζε βιαστικά την περίφημη Απία οδό είδε μπροστά του τον Κύριο, ο Οποίος τον ρώτησε «Quo Vadis?» δηλαδή «που πηγαίνεις;». Τότε ο ένθερμος Απόστολος κατάλαβε πως η φυγή του αυτή ισοδυναμούσε με νέα άρνηση του Χριστού. Γι' αυτό με δάκρυα στα μάτια γύρισε πίσω και συνελήφθη και καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο. Όταν οδηγήθηκε στο μαρτύριο παρακάλεσε τους δημίους του να τον σταυρώσουν ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω, διότι όπως είπε δεν θεωρούσε τον εαυτό άξιο να σταυρωθεί σαν τον αγαπημένο Δάσκαλο και Θεό του! Έτσι παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Χριστό, το δε αγιασμένο λείψανό του το περιμάζεψαν οι πιστοί και το έθαψαν σε τόπο έξω από την πόλη. Η σεπτή του μνήμη εορτάζεται στις 29 Ιουνίου, μαζί με τον κορυφαίο απόστολο Παύλο.
       Ο Απόστολος Πέτρος έγραψε δύο Καθολικές Επιστολές. Αυτές, η μεν πρώτη απευθύνονταν στους Χριστιανούς του Πόντου, της Γαλατίας, της Καππαδοκίας, της Ασίας και της Βιθυνίας, η δε δεύτερη σε όλους τους Χριστιανούς. Μέσα από αυτές προσπαθεί να στηρίξει τους πιστούς στις θλίψεις που υφίστανται εξ’αιτίας της πίστης   των στον Ιησού Χριστό.



Ανδρέας ο Πρωτόκλητος 
 
     O Απόστολος Ανδρέας ήταν αδελφός του Σίμωνος Πέτρου, γιός του Ιωνά. Πιθανότατα ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Πέτρο. Συγκατοικούσε με αυτόν στην Καπερναούμ και συνεργαζόταν ως αλιέας στην λίμνη της Γενησαρέτ (Ματθ.4,18. Μαρκ.1,29). Πρωτύτερα είχε χρηματίσει μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Εκεί κοντά στον Τίμιο Πρόδρομο απέκτησε σπάνια ευσέβεια και το σπουδαιότερο έμαθε για τον ερχόμενο Μεσσία. Φαίνεται ότι ήταν παρών όταν ο Ιωάννης έδειξε με το δάκτυλό του τον Κύριο και είπε: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου» (Ιωάν.1,30). Αυτή η φανέρωση του Μεσσία έκαμε προφανώς τον ευσεβή ψαρά να ακολουθήσει πρώτος τον Κύριο, χωρίς κανέναν δισταγμό και γι’αυτό ονομάστηκε «Πρωτόκλητος» (Ιωάν.1,35-41).
       Το όνομα του Ανδρέα αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη πάντοτε μαζί με του Φιλίππου, ο οποίος καταγόταν, όπως και εκείνος, από την Βηθσαϊδά. Μαζί με αυτόν είχε εκφράσει τη δυσπιστία του για τον χορτασμό των πεντακισχιλίων ανθρώπων με τους πέντε κρίθινους άρτους και τους δύο ιχθείς (Ιωάν.6,6-9). Αναφέρεται επίσης και στην περίπτωση της παρακλήσεως των Ελλήνων να ιδούν τον Κύριο (Ιωάν.12,20-22). Για τελευταία φορά αναφέρεται το όνομα του Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη, όταν ανέβηκε μαζί με τους άλλους Αποστόλους στο υπερώο της Ιερουσαλήμ «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει συν γυναιξί και Μαρία τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού» (Πραξ.1,13-14), όπου και έλαβε μαζί με τους άλλους τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (Πράξ.2,4).
      Μετά την Πεντηκοστή έλαχε σ΄αυτόν να αποσταλεί για ευαγγελισμό στην Έφεσο, όπου μαζί με τον Απόστολο Ιωάννη κήρυξαν μαζί και εδραίωσαν την Εκκλησία της μεγάλης αυτής πόλεως. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο μετέβηκε και κήρυξε στη Σκυθία. Κατά τον άγιο Γρηγόριο το Ναζιανζηνό πέρασε στο Βυζάντιο, όπου ίδρυσε και εκεί Εκκλησία, γι΄αυτό θεωρείται ως ο ιδρυτής της αποστολικής Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα και κήρυξε κατ΄αρχάς στην Ήπειρο. Σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο έφθασε στην Αχαϊα, όπου ίδρυσε Εκκλησία. Εκεί στην Πάτρα συνελήφθη από τους διώκτες ειδωλολάτρες και υπέστη μαρτυρικό θάνατο, σταυρώθηκε κατακεφαλής επί σταυρού που είχε το σχήμα του γράμματος Χ, γι΄αυτό και ο τύπος αυτός του σταυρού καλείται «Σταυρός του Αγίου Ανδρέου». Το λείψανό του φυλασσόταν από τους Χριστιανούς με ευλάβεια ως τα χρόνια των σταυροφοριών, οπότε το άρπαξαν οι Λατίνοι και το μετακόμισαν στην Ιταλία. Τα τελευταία χρόνια δωρίθηκε η τίμια κάρα του στην Αποστολική Εκκλησία των Πατρών και φυλάσσεται στον μεγαλοπρεπή ναό του στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Νοεμβρίου.


  Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου

    Ο Απόστολος Ιάκωβος ήταν γιος του Ζεβεδαίου
(Ματθ.4,21. Μαρκ.1,19. 3,17. Λουκ.5,10) και της Σαλώμης(Ματθ.20,20.Μαρκ.15,40.16,1) και πρεσβύτερος αδελφός του μαθητού

και Ευαγγελιστού Ιωάννου (Μαρκ.5,37). Καταγόταν και αυτός από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Ασχολούνταν με την αλιεία στη λίμνη της Γενησαρέτ, μαζί με τον Ιωάννη, έχοντας μαζί τους και τον πατέρα τους, καθώς και πολλούς εργάτες. Είχαν δικό τους πλοίο και φαίνεται πως διεύθυναν αρκετά εύρωστη επιχείρηση, με οποία συνεργαζόταν και ο Πέτρος (Λουκ.5,10). Παρ' όλα αυτά όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιησού «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά τω μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού» (Μαρκ.1,20).
       Ο Ιάκωβος μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη βρισκόταν πλησιέστερα στον Κύριο και γι' αυτό έγιναν μάρτυρες πολλών μεγάλων γεγονότων, που δεν τα βίωσαν οι άλλοι Απόστολοι. Έγιναν αποκλειστικοί μάρτυρες της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μαρκ.9,2.Λουκ.9,28). Είδαν την θαυμαστή ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου (Μάρκ.5,27. Λουκ.8,51). Είχαν την τιμή να προσκληθούν από τον Ιησού κοντά Του κατά τις ώρες της αγωνίας στον κήπο της Γεθσημανή (Μάρκ.14,33.Ματθ.26,37). Η οικειότητα αυτή οδήγησαν προφανώς τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη να ζητήσουν μέσω της μητέρας τους από τον Κύριο πρωτοκαθεδρία στην εγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας την αποστολή του Μεσσία (Ματθ.20,20-23.Μαρκ.10,35).
     Τον Ιάκωβο χαρακτήριζε ζωηρός ενθουσιασμός και βαθιά πίστη. Μετά την Πεντηκοστή του έλαχε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης. Μεγάλο πλήθος ανθρώπων μεταστρέφονταν στη νέα πίστη και άλλαζε τρόπο ζωής χάρις στο έργο του Ιακώβου. Αυτό θορύβησε ιδιαίτερα τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν, με διαταγή του Ηρώδη αγρίππα, το 44 μ.Χ. (Πράξ.12,2).   
     Ο Ιάκωβος είναι ο πρώτος μάρτυρας μεταξύ των Αποστόλων.
       Η μνήμη του εορτάζεται από την Εκκλησία στις 30 Απριλίου.



Ιωάννης o Ευαγγελιστής και Θεολόγος
   
     Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Η μητέρα τους Σαλώμη ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται στο Ευαγγέλιό του ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23). Όπως αναφέραμε και για τον Ιάκωβο, ο Ιωάννης ζούσε με την οικογένειά του στην Γαλιλαία και διατηρούσε επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20). Φαίνεται πως οι οικογένεια του Ιωάννη ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα του, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40). Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1). Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του. Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση. Το γεγονός ότι αυτός ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο, επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό (Ιωάν.18,15).
     Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του. Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει Εκείνος στις μέρες του και να τον γνωρίσει. Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά. Τότε μαρτύρησε γι’Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει. Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα. Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).
      Όπως αναφέραμε και στη βιογραφία του Ιακώβου, ο Ιωάννης ανήκε στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του Κυρίου, σχεδόν έφηβος. Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους. Εξ’αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος. Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει. Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).
        Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33). Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι υποψήφιος προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25). Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά. Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26). Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).
      Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως  συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).
       Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9). Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3, 7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).
      Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου έγινε επίσκοπος της Εφέσου. Το 95 μ. Χ. εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο, πιστεύοντας ότι μετέστη από τον Κύριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου.
    Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, καθώς τις τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη. Στα ιερά αυτά συγγράμματα είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη των ανθρώπων, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’αυτό και ονομάστηκε απόστολος και ευαγγελιστής της αγάπης.



      Φίλιππος

     Καταγόταν από την Βησθαϊδά της Γαλιλαίας, από όπου καταγόταν ο Ανδρέας και ο Πέτρος, ίσως και ο Βαρθολομαίος (Ιωάν.1,44). Το όνομά του είναι ελληνικό και σημαίνει τον φίλο των ίππων. Αυτό υποδηλώνει ότι ήταν ελληνιστής, δηλαδή Ιουδαίος εξελληνισμένος. Όπως είναι γνωστό η περιοχή της Γαλιλαίας ονομαζόταν «Γαλιλαία των Εθνών», διότι είχε εξελληνισθεί σε σημείο τέτοιο που οι υπόλοιποι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τους κατοίκους αυτής της περιοχής για έκπτωση από την ορθοδοξία του Ιουδαϊσμού. Για κάποιους άλλους ο Φίλιππος ήταν Έλληνας προσήλυτος στον Ιουδαϊσμό. Αν αυτός ο ισχυρισμός είναι πραγματικός η σημασία είναι πολλή μεγάλη. Ο Φίλιππος είναι ο εκπρόσωπος του εθνισμού στη χορεία των μαθητών του Κυρίου!
        Ο Φίλιππος ήταν πιθανότατα μαθητής του Ιωάννου του Προδρόμου και άρα είχε ακούσει για την επικείμενη έλευση του Μεσσία. Φαίνεται πως η προσδοκία του για τον αναμενόμενο Σωτήρα του κόσμου υπήρξε σφοδρή. Επίσης φαίνεται πως ο Φίλιππος συνδεόταν με τον Πέτρο και τον Ανδρέα και πως τους συνέδεαν οι κοινές μεσσιανικές τους ελπίδες.
        Το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί πως ο Ιησούς αναζητούσε τον Φίλιππο και τον βρήκε (Ιωάν.1,43). Αυτό σημαίνει πως γνώριζε προφανώς από τους άλλους δύο την μεσσιανική προσδοκία του και γι’αυτό τον αναζητούσε για να τον εντάξει στην ομάδα των μαθητών Του. Ο Φίλιππος είναι από τους πρώτους μαθητές που ακολούθησαν τον Κύριο. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του στον φίλο του Ναθαναήλ: «ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν Ιωσήφτον από Ναζαρέτ» (Ιωάν.1,44). Τον διέκρινε η ειλικρίνεια και ο ενθουσιασμός για το έργο του θείου Διδασκάλου του. Ως ελληνιστής μεσολάβησε να πραγματοποιηθεί η συνάντηση των Ελλήνων με τον Κύριο (Ιωάν.12,20).
      Σύμφωνα με αρχαία παράδοση(αναφορά του Επισκόπου Εφέσου Πολυκράτη) ο Φίλιππος στάλθηκε να κηρύξει στην Σκυθία, την Φρυγία και στην Μικρά Ασία. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο (αφού πρώτα ραβδίστηκε,λιθοβολήθηκε, σύρθηκε κατα γής και τρυπήθηκε στους αστραγάλους των ποδών) στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Σταυρώθηκε με το κεφάλι προς τα κάτω. 
          Η μνήμη του εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου.


Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ.

     Το όνομά του σημαίνει υιός του Θολομαίου.
Οι πληροφορίες γι'  αυτόν στην Καινή Διαθήκη και την εκκλησιαστική παράδοση είναι ελάχιστες. Το όνομά του αναγράφεται μόνον στην αναφορά των ονομάτων των δώδεκα αποστόλων (Ματθ.10,3.Μαρκ.3,18.Λουκ.6,14.Πραξ,1,13).
Η Εκκλησία τον ταύτισε με τον Ναθαναήλ, του οποίου το όνομα αναφέρεται πάντοτε με αυτό του Φιλίππου. Καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας. Προφανώς το όνομα Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει το πατρώνυμο του Ναθαναήλ.
      Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει την πληροφορία ότι ο Βαρθολομαίος κήρυξε στην Ινδία, όπου θανατώθηκε στην πόλη Ουρβανούπολη. Κάποιες άλλες πληροφορίες λένε πως κήρυξε στην Ευδαίμονα Αραβία, την Καραμανία και την Αιθιοπία. Σύμφωνα με άλλη παράδοση στα τέλη της ζωής του βρέθηκε να κηρύττει στη Μεγάλη Αρμενία, όπου συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και θανατώθηκε με σταυρικό θάνατο, με το κεφάλι προς τα κάτω, κατά διαταγή του βασιλιά Αστυάγη. Το λείψανό του κλείστηκε σε λίθινη σαρκοφάγο, ρίχτηκε σε θάλασσα και εκβράστηκε στις νήσους Λιπάρες.  Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Ιουνίου.



Θωμάς που λεγόταν και Δίδυμος
 
    Το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο του δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωάν.11,16). Οι αγιογραφικές πληροφορίες για το Θωμά είναι σχετικά λίγες και γι' αυτό έχουν εγερθεί κατά καιρούς αυθαίρετες ερμηνείες για το πρόσωπό του. Προσπάθησαν να εντοπίσουν τίνος δίδυμος αδελφός ή αδελφής υπήρξε. Κάποιοι τον ταυτίζουν με τον αναφερόμενο από τον Ματθαίο (13,55) αδελφόθεο Ιούδα. Μάλιστα οι πολέμιοι του Χριστού συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός υπήρξε δίδυμος αδελφός του Κυρίου, παρά τις αντίθετες μαρτυρίες των Ευαγγελίων, θέλοντας να πλήξουν την υπερφυσική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου! Αρχαία παράδοση, την οποία αποδέχεται η Εκκλησία μας ο Θωμάς ήταν δίδυμος αδελφός κάποιας Λυδίας ή Λυσίας. Κάποιοι άλλη παράδοση αναφέρει ότι ήταν δίδυμος αδελφός κάποιου Ελεάζαρου.
     Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών, που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωάν.21,2). Κλήθηκε από τον Κύριο να τον ακολουθήσει και αυτός υπάκουσε (Ματθ.10,3.Μάρκ.3,18.Λουκ.6,15). Γενικά υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο τους είπε: «άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ’αυτού» (Ιωάν.11,16). Ταυτόχρονα υπήρξε και σχετικά ορθολογιστής. Στο Μυστικό Δείπνο δε δίστασε να ρωτήσει τον Κύριο: «Κύριε, ουκ οίδαμεν που υπάγεις και πως δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Ιωάν.14,5). Επίσης ήταν και σκεπτικιστής και δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να έχει απτή βεβαίωση, να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του. Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό και αυθορμητισμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν.20,28).
      Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Περσία και την αχανή χώρα των Ινδιών. Ως τα σήμερα θεωρείται ο φωτιστής των χωρών αυτών. Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον θανάτωσαν δια λογχισμού. Η μνήμη του εορτάζεται στις 6 Οκτωβρίου.     
      Στο όνομα του Θωμά έχουν διασωθεί τρία απόκρυφα κείμενα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Πρόκειται αναμφίβολα για ψευδεπίγραφα κείμενα αρχαίων αιρετικών γνωστικών, οι οποίοι θέλοντας να δώσουν κύρος στις αιρετικές τους δοξασίες, τις απέδωσαν στον απόστολο Θωμά.



Ματθαίος, ο Τελώνης, αδελφός του Ιακώβου του Αλφαίου 

     Το όνομά του είναι συγκεκομμένος τύπος του Ματταθία, που σημαίνει «δώρο Θεού».
 Καταγόταν από την Γαλιλαία και ήταν γιος του Αλφαίου του επονομαζόμενου Λευί (Μάρκ.2,14.Λουκ.5,27).
Δε γνωρίζουμε αν πρόκειται για τον πατέρα του Ιακώβου του λεγομένου μικρού, μάλλον πρόκειται για άλλο πρόσωπο. Κατοικούσε στην Καπερναούμ και ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη, δηλαδή εργολάβου φοροεισπράκτορα για λογαριασμό των Ρωμαίων κατακτητών.
Οι τελώνες ήταν συνήθως άνθρωπο σκληροί, απάνθρωποι και άπληστοι. Συχνά προέβαιναν σε πράξεις αδικίας και εκβιασμών, έχοντας ως κάλυψη τις ρωμαϊκές αρχές.
Γι’αυτούς τους λόγους περιφρονούνταν από τους Ιουδαίους
Η Καπερναούμ ήταν μια σπουδαία εμπορική πόλη, η οποία απέφερε μεγάλα οφέλη στον τελώνη Ματθαίο. Όμως, από ότι φαίνεται, αυτός ήταν καλοπροαίρετος άνθρωπος και ίσως είχε ακούσει για το κήρυγμα του Ιησού. Όταν κάποια ημέρα περνούσε ο Κύριος από την Καπερναούμ, είδε τον Ματθαίο «καθήμενον επί το τελώνιον» και του είπε: «ακολούθει μοι» και τότε αμέσως αυτός σηκώθηκε και τον ακολούθησε (Ματθ.9,9). Ύστερα τον προσκάλεσε στον οίκο του, όπου του παρέθεσε πλούσιο γεύμα για να τον ευχαριστήσει για την τιμή που του έκαμε να του μιλήσει και να τον καλέσει κοντά Του (Λουκ.5,29). Το γεύμα προφανώς έγινε και για να αποχαιρετήσει τους συνεργάτες του, αφού άφησε για πάντα το τελώνιο και τις αμαρτωλές συναλλαγές και προσκολήθηκε για πάντα στο Χριστό, αφού «πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού» (Ματθ.9,10).
      Η κατοπινή ζωή του κοντά στο Χριστό δε θύμιζε σε τίποτε την προηγούμενη αμαρτωλή βιωτή του. Υπήρξε ένας συνετός και πιστός μαθητής του Κυρίου. Μετά την Πεντηκοστή λέει η παράδοση ότι κήρυττε για δώδεκα έτη στην Παλαιστίνη και κατόπιν πορεύτηκε στα έθνη. Κήρυξε με θέρμη στην Αιθιοπία, στην Αραβία, στην Περσία, στη Μηδία και ίσως την Μακεδονία. Τελεύτησε τη ζωή του με μαρτύριο, άγνωστο όμως που. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Νοεμβρίου.
      Ο απόστολος Ματθαίος είναι σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας ο συγγραφέας του πρώτου Ευαγγελίου. Γράφηκε από αυτόν με σκοπό να κάνει γνωστό στους ομοφύλους του Εβραίους ότι ο αναμενόμενος Μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ.



   Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου

     Λέγεται καί Ιάκωβος ο μικρός ή ο του Αλφαίου, προς διάκριση από τον Ιάκωβο του Ζεβεδαίου τον μεγάλο, τον αδελφό του Ιωάννου, αλλά καί προς διάκριση από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο.
     Στην Καινή Διαθήκη, ο Απόστολος Ιάκωβος ο του Αλφαίου, δεν μνημονεύεται πουθενά, εκτός απο τις περιπτώσεις εκείνες που καταγράφονται τα ονόματα των Δώδεκα Μαθητών.Τα ευαγγέλια δεν αναφέρουν ούτε μία λέξη του Ιακώβου.Δεν καταγράφεται πουθενά κάποια συνομιλία του με τον Χριστό, ούτε μνημονεύεται άν υπέβαλε έστω μία ερώτηση ή άν εξέφρασε κάποια γνώμη για κάποιο ζήτημα.
     Ο τόπος στον όποιο κήρυξε ό Απόστολος Ιάκωβος δεν είναι εξακριβωμένος κατ΄ άλλους κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Γάζα, στην Ελευθερούπολη και στην Αίγυπτο.
  Κηρύττοντας και ελέγχοντας τους απαίδευτους λαούς κρεμάστηκε σε σταυρό στην πόλη Οστρακίνη της Αιγύπτου και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό.
     Δυστυχώς δε γνωρίζουμε περισσότερα για τη ζωή του.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Οκτωβρίου.



Σίμων ο Κανανίτης

     Ο απόστολος Σίμων είχε την επωνυμία Καναναίος, ή Κανανίτης, το οποίο δεν ήταν δηλωτικό της καταγωγής του από την Χαναάν ή την Κανά της Γαλιλαίας. Η λέξη «Καναναίος» είναι Χαλδαϊκή και σημαίνει «Ζηλωτής». Πράγματι ο Λουκάς τον προσονομάζει ως «Ζηλωτή» (Λουκ.6,15. Πράξ.1,13).  Οι ζηλωτές αποτελούσαν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη στην ιουδαϊκή κοινωνία στα χρόνια του Χριστού. Αποτελούνταν από λαϊκούς αγωνιστές, οι οποίοι μάχονταν εναντίον των Ρωμαίων κατακτητών, συνεχίζοντας την παράδοση των Μακκαβαίων επαναστατών. Όμως συχνά, πολλοί από αυτούς, εκμεταλλεύονταν τον απελευθερωτικό αγώνα και καταντούσαν τύραννοι του ιδίου του λαού τους. Προέβαιναν σε παράνομες πράξεις βίας και ληστειών για ίδιο όφελος και γι’αυτό τον 1ο μ. Χ. αιώνα είχε αναπτυχθεί λαϊκή δυσαρέσκεια κατά του κινήματος των ζηλωτών. Οι συσταυρούμενοι με τον Κύριο ληστές ήταν ζηλωτές.
     Δε γνωρίζουμε αν ο Σίμων ανήκε στην μερίδα των ζηλωτών ή προέρχονταν από αυτό. Το πιο πιθανό είναι να προέρχονταν από τους ζηλωτές. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανήκε ταυτόχρονα και στους ζηλωτές, διότι το ζηλωτικό κίνημα ήταν αντίθετο με την διδασκαλία του Χριστού. Υπάρχει και μια άλλη υπόθεση για τον Σίμωνα. Είναι πιθανό να μην είχε καμιά σχέση με τους ζηλωτές και το προσωνύμιο «Ζηλωτής» να σήμαινε τον ένθερμο μαθητή του Χριστού.
     Κάποιοι ταυτίζουν τον Σίμωνα με τον νημφίο του γάμου της Κανά, όπου ο Κύριος έκαμε το πρώτο θαύμα Του, μεταβάλλοντας το νερό σε κρασί (Ιωάν.2,1-11). Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει κανένα ιστορικό έρεισμα και πρόκειται για αυθαίρετη υπόθεση.
    Εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στη Μαυριτανία καί γενικά στην Αφρική. Τελικά μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο.
     Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για τη δράση του Σίμωνα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Μαϊου.


         
   Ιούδας Ιακώβου
   
Το όνομα του αποστόλου Θαδδαίου αναφέρεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο (3,18). Ο Ματθαίος τον αναφέρει ως Λεββαίο, του οποίου το Θαδδαίος είναι επώνυμο. Συνδυάζοντας όμως τους καταλόγους του Ευαγγελίου του Λουκά (6,16) και των Πράξεων (1,13) συμπεραίνουμε ότι τα τρία αποστολικά ονόματα Θαδδαίος, Λεββαίος και Ιούδας είναι το ίδιο πρόσωπο. Άρα το πραγματικό όνομά του ήταν Ιούδας και το Λεββαίος και Θαδδαίος ήταν το επώνυμό του.
     Στα Ευαγγέλια εκτός απο τους καταλόγους που περιέχουν τα ονόματα των δώδεκα Αποστόλων, συναντούμε μόνο μία φορά τον Απόστολο Ιούδα Ιακώβου, στο μυστικό Δείπνο νξα ρωτάτον Χριστό ''Λέγει αυτώ Ιούδας, ούχ ο Ισκαριώτης.Κύριε,και τί γέγονεν οτι ημίν μέλεις εμφαανίζειν σεαυτόν και ουχί τω κόσμω; ''(Ιωάνν.ιδ΄22)
   Λεββαίος σημαίνει θαρραλέος και Θαδδαίος σημαίνει μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. Είναι συγγραφεύς της Καθολικής επιστολής Ιούδα.
      Ο Απόστολος Ιούδας Ιακώβου, ήταν ένας ευσεβής Γαλιλαίος και κατα την παράδοση διετέλεσε και μαθητής του Προδρόμου. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Γαλιλαία,Σαμάρεια,Συρία,Μεσοποταμία και Αρμενία. Έφερε μαζί του στις περιοδείες του την λόγχη με την οποία λόγχευσαν την πλευρά του Κυρίου μας.
               Μαρτύρησε στην πόλη Σαβαρχαρ της Αρμενίας, κοντά στο όρος Αραράτ στην περιοχή Αρντάζ το 50 μ.Χ.
        Το βιβλίο της Καινής Διαθήκης-Καθολική Επιστολή Ιούδα, δέν την έγραψε ο Απόστολος Ιούδας  ο υιός Ιακώβου αλλά ο Απόστολος Ιούδας ο αδελφός του Ιακώβου(Ιούδα α΄10).
Κατα την μαρτυρία του ευαγγελιστού Μάρκου στ΄ 3, ήταν ένας εκ των υιών του Ιωσήφ του Μνήστορος ο οποίος εορτάζεται την 19ην Ιουνίου.
        Η μνήμη του Αποστόλου Ιούδα των εκ των δώδεκα  εορτάζεται στις 21 Αυγούστου.

 Ματθίας 

Μετά την προδοσία και τον απαγχονισμό του Ιούδα και μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι έντεκα μαθητές με την Παναγία βρίσκονταν στο υπερώον. Τότε ο Πέτρος πρότεινε να εκλεγεί άλλος αντί του Ιούδα, από τους άνδρες που ακολουθούσαν υπηρετώντας το Χριστό. Η πρόταση έγινε δεκτή και τέθηκαν δύο υποψήφιοι: ο Ιωσήφ ο καλούμενος Βαρσαββάς και ο Ματθίας. Τότε έβαλαν κλήρο,  και προσευχήθηκαν όλοι μαζί ως εξής: «Σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δυὸ ἕνα, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς» (Πράξεις των Αποστόλων, α' 23-26). Δηλαδή: Συ Κύριε, που γνωρίζεις τις καρδιές όλων, φανέρωσε καθαρά εκείνον που εξέλεξες, ένα από αυτούς τους δύο, για να επωμισθεί το αξίωμα της αποστολικής διακονίας. Στη συνέχεια ο κλήρος έπεσε στο Ματθία. Και έτσι προστέθηκε στους έντεκα Αποστόλους.
Με βάση τον Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο,  ο Ματθίας κήρυξε αρχικά το ευαγγέλιο στην Ιουδαία, στη συνέχεια στην Αιθιοπία (η οποία ταυτιζόταν με τη μυθολογική Κολχίδα, σημερινή καυκασιανή Γεωργία), και σταυρώθηκε στην Κολχίδα. Ένα σημάδι τοποθετημένο στα ερείπια ενός ρωμαϊκού φρουρίου στο Γκόνιο (αρχαίο πόλισμα Άψαρος) στη σημερινή περιοχή της Αζαρίας, που ανήκει στη Γεωργία, ισχυρίζεται ότι είναι θαμμένος σε αυτό το σημείο.

Η «Σύνοψη του Δωρόθεου» περιλαμβάνει την εξής παράδοση:(«Ο Ματθίας κήρυξε το Ευαγγέλιο σε βάρβαρους και κρεατοφάγους στο εσωτερικό της Αιθιοπίας, όπου βρίσκεται το λιμάνι του Ύσσου, στις εκβολές του ποταμού Φάση. Πέθανε στη Σεβαστούπολη, και τάφηκε εκεί, κοντά στο ναό του Ήλιου»).



 πηγή:http://agioi12apostoloi.gr/
        el.wikipedia.org

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

 Ένας φλογερός υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και ένας πολυγραφότατος εκκλησιαστικός συγγραφέας

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ 


Ανάμεσα στους μαχητικότερους αντιαιρετικούς διδασκάλους και πολυγραφότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 15 Ιουνίου Άγιος Ιερώνυμος, ο οποίος διακρίθηκε ως ο κατ’ εξοχήν ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και αναδείχθηκε ως ο πατήρ της αγιολογίας, της ιστοριογραφίας και της μετάφρασης.
Ο πεντάγλωσσος Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε άνθρωπος της ολόθερμης προσευχής και της αυστηρής ασκήσεως και κατέστη γνήσια εικόνα της αγιότητος του Θεού, αφού ελκύστηκε από τον ασκητικό τρόπο ζωής της Ανατολής και εγκολπώθηκε ψυχή τε και σώματι τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστή αφοσίωση την αλήθεια της ορθής χριστιανικής πίστεως, αφού σύμφωνα με την άποψή του αποτελούσε τη θεμελιώδη αρχή για τη σωτηρία του ανθρώπου. Παράλληλα αναδείχθηκε χάρη στον ακάματο θεολογικό του ζήλο και τη δυναμική αντιαιρετική του στάση μία γνήσια ορθόδοξη πνευματική προσωπικότητα με αυστηρή ασκητική ζωή και πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. 


Ο Άγιος Ιερώνυμος γεννήθηκε το 347 στην πόλη Στριδώνα της Δαλματίας, η οποία καταστράφηκε από τους Γότθους και βρίσκεται κοντά στη σημερινή Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ευσέβιος, ενώ παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστο το όνομα της μητέρας του. Είχε μία αδελφή που έγινε μοναχή και έναν μικρότερο αδελφό, τον Παυλιανό, ο οποίος τον ακολούθησε στην Ανατολή και έγινε ιερομόναχος. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην πατρίδα του, τη Στριδώνα, αλλά σε ηλικία δώδεκα ετών μετέβη στη Ρώμη μαζί μ’ έναν παιδικό του φίλο, τον Βονώσο, για να συνεχίσουν εκεί τις εγκύκλιες σπουδές τους που βασίζονταν στη φιλολογική μελέτη ποιητών, όπως ο Βιργίλιος και ο Τερέντιος, και ιστορικών και ρητόρων, όπως ο Σαλλούστιος και ο Κικέρωνας. Στη Ρώμη ο Άγιος Ιερώνυμος διδάχθηκε τη ρητορική από τον περίφημο γραμματικό Δονάτο, ο οποίος του αφύπνισε την έφεση προς την τέχνη του λόγου, καλλιεργώντάς του μάλιστα την ικανότητα να τον χειρίζεται άριστα. Παράλληλα επεδείκνυε έναν ξεχωριστό ζήλο στην ανάγνωση και μελέτη των βιβλίων, παρόλο που στη Ρώμη ως νεαρός σπουδαστής είχε επιδοθεί σε διάφορες εκδηλώσεις ψυχαγωγίας και εφήμερες απολαύσεις, όπως το τσίρκο και το θέατρο, παρασυρόμενος από την εφηβεία και τις νεανικές του συναναστροφές. Μάλιστα για αυτόν τον τρόπο της ζωής κατά την περίοδο της νεότητός του δεν σταμάτησε ποτέ να μετανοεί, επικρίνοντάς τον ως μέγα ολίσθημα της εφηβείας του. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του συνδέθηκε στενά και με τον Ρουφίνο από την Ακυληία (πόλη και λιμάνι στις ακτές της Αδριατικής), ενώ το 363 με τον θάνατο του αυτοκράτορος Ιουλιανού του δόθηκε η ευκαιρία χάρη στην ελευθερία έκφρασης της Εκκλησίας στη Ρώμη να επισκεφθεί τόσο λατρευτικούς χώρους, όπου λάμβαναν χώρα πολυάριθμες ευχαριστιακές συνάξεις, όσο και τους τάφους των αποστόλων και των μαρτύρων, όπου αυξάνονταν διαρκώς οι εκδηλώσεις τιμητικής προσκύνησης μέσα στις κατακόμβες. 


Σε ηλικία είκοσι ετών, περί το 367-368, και αφού είχε λάβει το χριστιανικό βάπτισμα, αναχώρησε από τη Ρώμη για τους Τρεβήρους (σημερινή πόλη Τρίερ της Γερμανίας), έδρα την εποχή εκείνη της αυτοκρατορικής αυλής, αναζητώντας μία καλύτερη σταδιοδρομία στη ζωή του. Στην πόλη αυτή έμεινε μέχρι το 370, όπου χάρη στο έντονο ενδιαφέρον του για την εκκλησιαστική γραμματολογία, αντέγραψε δύο έργα δογματικού χαρακτήρα του Αγίου Ιλαρίου Πικτάβων. Παράλληλα στην πόλη αυτή άναψε και η δίψα του ασκητισμού σύμφωνα με το ανατολικό μοναχικό ιδεώδες του ερημητισμού τόσο για εκείνον όσο και για τον ομόσκηνο φίλο του, τον Βονώσο, ο οποίος μάλιστα αναχώρησε πρώτος για να ασκητέψει. Μετά τους Τρεβήρους ο Άγιος Ιερώνυμος μετέβη στην Ακυληία, όπου ο ιερέας Χρωμάτιος, ο οποίος αργότερα διετέλεσε επίσκοπός της, είχε δημιουργήσει έναν κύκλο από κληρικούς και λαϊκούς που εμπνεόταν από το ιδεώδες του ασκητισμού και την ομολογία πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και επιδιδόταν σε πνευματικές ομιλίες. Στον κύκλο αυτό που αποκαλείτο «χορός των μακαρίων», συμμετείχαν μεταξύ άλλων και οι φίλοι και συσπουδαστές του, Βονώσος και Ρουφίνος, ενώ την περίοδο αυτή ο Άγιος Ιερώνυμος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει έναν μορφωμένο χριστιανό γέροντα, τον Παύλο, ο οποίος διέθετε μία σημαντική εκκλησιαστική βιβλιοθήκη με έργα επιφανών χριστιανών Λατίνων, τα οποία αποτέλεσαν για εκείνον ανεξάντλητη πηγή μελέτης και ευχάριστης ενασχόλησης. 

Περί το 373 ο Άγιος Ιερώνυμος αναχώρησε από την Ακυληία και έφθασε στην Αντιόχεια, έχοντας μαζί του και την προσωπική του βιβλιοθήκη. Εκεί έμεινε στο σπίτι του ιερέα Ευάγριου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μελετά τους αγαπημένους του συγγραφείς μέσα από την πλούσια βιβλιοθήκη που διέθετε ο ιερέας. Την περίοδο μάλιστα αυτή μελετά ενδελεχώς τους προφήτες και αποστέλλει επιστολές που αποδεικνύουν έμπρακτα τον μεγάλο πνευματικό του ζήλο και τον ενθουσιασμό του για το μοναχικό ιδεώδες. Όμως η επιδημία που έπληξε την περιοχή της Αντιόχειας, έπληξε και τον ίδιο τον Άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος στα μέσα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προσβλήθηκε από ισχυρό πυρετό και έφθασε μάλιστα στα πρόθυρα του θανάτου. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή για τη ζωή του είδε στον ύπνο του ένα θαυμαστό και αποκαλυπτικό όραμα. Σύμφωνα μ’ αυτό είδε τον εαυτό του να παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστηρίου που δεν ήταν άλλο από το θεϊκό βήμα. Εκεί σε σχετικό ερώτημα του δικαστή δήλωσε τη χριστιανική του ιδιότητα, αλλά ο δικαστής του είπε ότι ψεύδεται, αφού δεν είναι χριστιανός, αλλά οπαδός του Κικέρωνα. Μάλιστα διέταξε να τον χτυπήσουν και τότε ο τυπτόμενος από τη συνείδησή του Άγιος Ιερώνυμος άρχισε να φωνάζει να τον ελεήσει ο Θεός και υποσχέθηκε ότι εάν αποκτήσει και διαβάσει ξανά ειδωλολατρικά βιβλία, αυτό θα σημαίνει ότι αρνείται το όνομα του Ιησού Χριστού. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε από το παράδοξο αυτό όραμα και έκτοτε ασχολήθηκε με ξεχωριστό ζήλο και αγάπη με τη μελέτη της Αγίας Γραφής. 


Κατά την πρώτη περίοδο της παραμονής του στην Αντιόχεια συνέγραψε και το πρώτο του έργο που αφορούσε τον Προφήτη Οβδιού, ενώ ποθώντας περισσότερη ησυχία και άσκηση, έφυγε από την Αντιόχεια και εγκαταστάθηκε στην έρημο κοντά στη Χαλκίδα της Συρίας, περίπου ενενήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Αντιόχειας, μιμούμενος τα παλαίσματα του Αγίου Αντωνίου. Όμως παρά την αυστηρή νηστεία και την αδιάλειπτη άσκηση, συχνά κάτω από οδυνηρές συνθήκες σκληραγωγίας, δοκιμαζόταν από αλλεπάλληλους λογισμούς και αναμνήσεις γύρω από τις ηδονές και τις απολαύσεις της νεότητός του. Γι’ αυτό και καθημερινά ερχόταν αντιμέτωπος με το αμαρτωλό παρελθόν του και με τον ίδιο του τον εαυτό, αφού κλυδωνιζόταν από τους ρυπαρούς λογισμούς της άστατης εφηβικής του ζωής. Παρόλα αυτά ευρισκόμενος στην έρημο, αισθανόταν απερίγραπτη αγαλλίαση, αφού ο ερημητισμός ήταν για εκείνον ο ιδεώδης τρόπος ζωής και έκφρασης. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται έμπρακτα και μέσα από την επιστολή του προς τον φίλο και συσπουδαστή του, Ηλιόδωρο, αφού έγινε η αιτία προσέλκυσης πολλών ανθρώπων στον μοναχισμό. Παράλληλα επιδόθηκε στην άσκηση της διανοίας, αφού τελειοποίησε τις γνώσεις του στην ελληνική γλώσσα, έμαθε εβραϊκά και αλληλογραφούσε συχνά με τους φίλους του. Στην έρημο της Χαλκίδος έμεινε από το 375 μέχρι και το 377, αφού η έντονη δογματική έριδα που δίχαζε την περίοδο εκείνη τον χριστιανικό κόσμο της Αντιόχειας, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την περιοχή. 

Η κατάσταση που προκάλεσε το σχίσμα της Εκκλησίας της Αντιόχειας έγινε ακόμη πιο περίπλοκη, όταν ο Άγιος Ιερώνυμος υποστήριξε ότι ο όρος «υπόστασις» είναι συνώνυμος του όρου «ουσία». Την ίδια άποψη είχε και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος ταύτιζε πλήρως την ουσία με την υπόσταση. Σύμφωνα μ’ αυτή την ταύτιση ομολογείται μία και μοναδική ουσία στον Θεό σε αντίθεση με εκείνους που ομολογούν τρεις υποστάσεις. Μπροστά σ’ αυτή την πρόκληση ο Άγιος Ιερώνυμος απέστειλε τόσο επιστολή στον πάπα Δάμασο ζητώντάς του να δώσει λύση στη διένεξη όσο και γράμμα στον πρεσβύτερο Μάρκο, όπου διαμαρτύρεται για την αμφισβήτηση και περιφρόνηση που αντιμετωπίζει από τους ίδιους τους ορθοδόξους. Έτσι επέστρεψε στην Αντιόχεια, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Παυλίνο με τον απαραίτητο όρο βέβαια να μην ασκήσει ποτέ τα ιερατικά του καθήκοντα, αφού σε όλη του τη ζωή θεωρούσε τον εαυτό του ως έναν απλό μοναχό. Παράλληλα συνέχισε τη μελέτη της Αγίας Γραφής, αφού στην Αντιόχεια δίδασκαν μεγάλοι θεολόγοι και ερμηνευτές της Βίβλου, όπως ο σοφός Απολλινάριος Λαοδικείας, από τον οποίο έμαθε την ερμηνευτική μέθοδο που επικεντρωνόταν στην ιστορική και κυριολεκτική σημασία του κειμένου. Κατά την περίοδο αυτή συνέγραψε τον βίο του μακαρίου Παύλου του πρώτου ερημίτη, ενώ μετέφρασε και το χρονικό του Ευσεβίου Καισαρείας. 


Γύρω στο 379-380 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συναντήθηκε με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον οποίο ο Άγιος αποκαλούσε «ἄνδρα εὐφραδέστατο», ενώ υπήρξε διδάσκαλος του Αγίου Ιερωνύμου στην ερμηνεία των Γραφών. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την προτροπή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ο Άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε το χρονικό του Ευσεβίου που αποτελεί βαρυσήμαντο έργο, αφού αποδεικνύει την ιστορική προτεραιότητα της αληθινής πίστεως απέναντι στην ειδωλολατρία και την αίρεση. Επιρροή όμως στον Άγιο Ιερώνυμο δεν άσκησε μόνο η προσωπικότητα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αλλά και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης που συμμετείχε στη σύνοδο του 381 στην Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός μάλιστα αυτό τον ώθησε στην ανάγνωση και μετάφραση των έργων του Ωριγένη. Στο μεταξύ μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Μελετίου Αντιοχείας ανέλαβε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος όμως αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Το 382 ο αυτοκράτορας Γρατιανός συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη, η οποία αναγνώρισε ως κανονικό επίσκοπο Αντιοχείας τον Παυλίνο, ο οποίος μαζί με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Σαλαμίνος (Κωνσταντίας) της Κύπρου προσκάλεσαν τον Άγιο Ιερώνυμο που είχε επιστρέψει στην Αντιόχεια για να τους συνοδεύσει στη Ρώμη, όπου θα συγκαλείτο η σύνοδος. Εκεί ο Άγιος ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα του ογδοντάχρονου πάπα Δαμάσου, αφού του είχε αναθέσει να απαντά στις γνωμοδοτήσεις της Ανατολής και της Δύσης, ενώ κατά την παραμονή του στη Ρώμη επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια και ζήλο στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Γι’ αυτό και ο πάπας Δάμασος τον ρωτούσε για τη σημασία λέξεων και παραβολών μέσα από την Αγία Γραφή, καθώς και για την ερμηνεία διαφόρων θεμάτων που προέκυπταν από τη μελέτη της Βίβλου. Μόλις ο πάπας διεπίστωσε τις εξαιρετικές ικανότητες του Αγίου στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής, του ζήτησε να αναλάβει μία νέα λατινική μετάφραση των Ευαγγελίων με βάση το ελληνικό πρωτότυπο, από το οποίο μεταφράστηκαν, αναθεωρώντας τις παλαιές ανακριβείς λατινικές μεταφράσεις. Μάλιστα βάσει του ελληνικού κειμένου αναθεώρησε και τη λατινική μετάφραση του Ψαλτηρίου. 



Η φήμη του ως αρίστου ερμηνευτού της Αγίας Γραφής συνέβαλε στο να έρθει σε επαφή με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Ρώμης και να γίνει ο πνευματικός καθοδηγητής ενός κύκλου ευγενών και ευσεβών γυναικών που βρισκόταν στον Αβεντίνο λόφο και είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τη Μαρκέλλα, μία νεαρή χήρα που ζούσε ασκητικό βίο μαζί με τη μητέρα της, Αλμπίνα. Στις γυναίκες αυτές ο Άγιος Ιερώνυμος δίδασκε τόσο τη μελέτη της Αγίας Γραφής όσο και τις αρχές της ασκητικής πολιτείας και απαντούσε με επιστολές στα ερωτήματα που προέκυπταν. Στη βιβλική μελέτη διακρίθηκε για τον ζήλο και τις ικανότητές της ιδιαίτερα η Μαρκέλλα, ενώ τρεις γυναίκες, η Παύλα, η Βλεσίλλα και η Ιουλία – Ευστοχία παρακολουθούσαν τις αγιογραφικές διαλέξεις του Αγίου και μάθαιναν εβραϊκά. Μέσα από τη διδασκαλία του εξύμνισε τόσο πολύ τον ασκητικό βίο, ώστε τον ταύτιζε με την παρθενία. Ήταν μάλιστα τέτοιος ο ζήλος και η αγάπη του για την ασκητική ζωή και την παρθενία, ώστε πολλοί τον επέκριναν για την αρνητική του στάση απέναντι στον γάμο, όπως ο Ελβίδιος, ένας Ρωμαίος λαϊκός, ο οποίος σε μία πραγματεία του, αμφισβητώντας το αειπάρθενο της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν θεωρούσε την παρθενία ανώτερη από τον γάμο. Ο Άγιος Ιερώνυμος απάντησε όμως στον προκλητικό και ασεβή Ρωμαίο με το έργο «Κατά Ελβιδίου», στο οποίο τονίζει ότι αμφισβητώντας τη μητέρα του Κυρίου, προσβάλλεται ο ίδιος ο Χριστός, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο κατηγορείται «ο ναός του σώματος του Κυρίου». Εκτός όμως από την εξύμνιση της παρθενίας επέκρινε τους ψευδοχριστιανούς και τους κληρικούς με κοσμική εμφάνιση και συμπεριφορά, αφού τα ενδιαφέροντα και η δραστηριότητά τους επικεντρώνεται στην αμφίεση, τα αρώματα, τα φαρδιά παπούτσια, τα περιποιημένα μαλλιά και τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα, εικόνα που παραπέμπει περισσότερο σε γαμπρούς παρά σε κληρικούς. Κατακριτέοι είναι όμως και εκείνοι που η αποκλειστική ενασχόλησή τους είναι στο να συλλέγουν πληροφορίες για τις μεγάλες κυρίες, τα σπίτια που διαμένουν και τις συνήθειές τους. Η επικριτική αυτή στάση του Αγίου Ιερωνύμου απέναντι στον γάμο και τους κοσμικούς κληρικούς προκάλεσε έντονες αντιπάθειες στο πρόσωπό του, οι οποίες οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο της εικοσάχρονης Βλεσίλλας και κυρίως μετά την εκδημία του πάπα Δαμάσου στις 11 Δεκεμβρίου του 384, ο οποίος ήταν ένθερμος υπερασπιστής του. Έτσι κάποια στιγμή οδηγήθηκε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο, κατηγορούμενος για τη στενή του σχέση με τον κύκλο των γυναικών, αλλά υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, αθωώθηκε. 


Τον Αύγουστο του 385 αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Ρώμη μαζί με τον ιερέα Βικέντιο, τον μικρότερο αδελφό του, τον Παυλιανό, και μερικούς μοναχούς. Στη διαδρομή συνάντησε την Παύλα και την κόρη της, την Ευστοχία, και αναχώρησαν για να κάνουν ένα προσκυνηματικό ταξίδι στην Παλαιστίνη για να επισκεφθούν τους Αγίους Τόπους. Περί τα τέλη του 385 έφθασαν στην πόλη των Ιεροσολύμων, όπου είχαν εγκατασταθεί ήδη από χρόνια ο νεανικός φίλος του Αγίου, ο Ρουφίνος, ο οποίος ήταν ηγούμενος σε μία ανδρική μονή στο όρος των Ελαιών και μία ευγενής γυναίκα, η Μελανία, η οποία ήταν ηγουμένη σε μία γυναικεία μονή. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της παραμονής τους επισκέφθηκαν όλα τα ιερά προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Μετά την ολοκλήρωση της προσκυνηματικής τους περιοδείας αναχώρησαν για την Αίγυπτο, η οποία ως κέντρο του μοναστικού βίου, αποτελούσε την εποχή εκείνη τον μεγάλο πόλο έλξης για τους χριστιανούς, στη δε Αλεξάνδρεια διευθυντής της κατηχητικής σχολής ήταν ο Δίδυμος ο Τυφλός. Μετά τη σύντομη διαμονή στην Αίγυπτο αναχώρησαν για τη Βηθλεέμ, όπου ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος έδωσε την ευλογία του για την ίδρυση δύο μοναστηριών στην περιοχή, ενός ανδρικού με ηγούμενο τον Άγιο Ιερώνυμο και ενός γυναικείου με ηγουμένη την Παύλα. Έτσι ο Άγιος Ιερώνυμος την εποχή αυτή καθοδηγεί πνευματικά τους μοναχούς του, διδάσκοντάς τους την υπακοή και την άσκηση, αλλά και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Παράλληλα τελειοποιεί τις γνώσεις του στα εβραϊκά, ενώ ταξιδεύει συχνά στην Καισάρεια της Ιουδαίας για να μελετήσει την πλούσια σε έργα χριστιανών συγγραφέων βιβλιοθήκη της πόλης, η οποία μεταξύ άλλων περιλάμβανε όλα τα έργα του Ωριγένη. 


Αξιοσημείωτη και θαυμαστή υπήρξε η συγγραφική δραστηριότητα του Αγίου κατά τα επτά πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Βηθλεέμ, αφού η περίοδος αυτή θεωρείται η δημιουργικότερη από άποψη συγγραφής για τον «ερημίτη της Βηθλεέμ», όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται ο Άγιος. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο έχει κυρίως απολογητικό και αντιαιρετικό χαρακτήρα. Κορυφαία έργα αυτής της περιόδου είναι η μετάφραση του έργου του Διδύμου του Τυφλού «Περί του Αγίου Πνεύματος», οι μεταφράσεις των έργων «Περί θέσεως και ονομασίας εβραϊκών τόπων» του Ευσεβίου Καισαρείας και «Περί εβραϊκών ονομάτων» του Ψευδο-Φίλωνος, το ερμηνευτικό έργο «Ζητήματα εβραϊκά εις την Γένεσιν», οι βίοι του Παύλου του Θηβαίου, του Μάλχου και του μοναχού Ιλαρίωνος, καθώς και το έργο «Περί ανδρών επιφανών». Πρωτίστως όμως αφοσιώθηκε στην αναγκαιότητα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής και των υπομνημάτων που τη συνόδευαν, αφού βασικό μέλημά του ήταν να επιστρέψει στην ακρίβεια του πρωτοτύπου κειμένου, αποκαθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αυθεντικότητά του, αλλά και να απαντήσει στην κριτική των Εβραίων που υποστήριζαν ότι οι χριστιανοί βασίζονταν πάνω σε μία λανθασμένη ερμηνεία της Βίβλου. Άλλωστε συχνά δήλωνε ότι «άγνοια των Γραφών σημαίνει άγνοια του Χριστού». 



Ο φλογερός ζήλος του για την υπεράσπιση της αλήθειας της ορθής χριστιανικής πίστεως τον ώθησε από το 393 να εμπλακεί σε σημαντικές και ποικίλες έριδες. Έτσι το μικρό βιβλίο ενός Ρωμαίου μοναχού, ονόματι Ιοβινιανός, του έδωσε το έναυσμα για μία σφοδρή αντιπαράθεση και διαμάχη. Ο εν λόγω μοναχός θεωρούσε την παρθενία υπερβολή, υποτιμούσε την πνευματική αξία της νηστείας, ισχυριζόταν ότι οι έγγαμοι, οι χήρες και οι άγαμοι είναι ισότιμοι πνευματικά και ότι όλοι οι άνθρωποι θα συγχωρηθούν κατά την ημέρα της κρίσεως. Ως απάντηση σ’ αυτές τις ακραίες θέσεις ο Άγιος Ιερώνυμος συνέγραψε το σκανδαλώδες για πολλούς έργο «Κατά Ιοβινιανού», στο οποίο τονίζεται η υπεροχή της παρθενίας έναντι του γάμου, ενώ υπερασπίζεται τη νηστεία, απαριθμώντας τις πιο παράξενες διατροφικές συνήθειες των λαών. Η σφοδρή διαμάχη όμως του Αγίου δόθηκε με τον περίφημο Αλεξανδρινό θεολόγο και εκκλησιαστικό συγγραφέα, Ωριγένη, στον οποίο παρόλο που έτρεφε μεγάλο θαυμασμό, συγκρούστηκε σφοδρότατα μαζί του. Αν και ο ονομαστός αυτός θεολόγος με το πλούσιο συγγραφικό έργο διετέλεσε διευθυντής της κατηχητικής σχολής της Αλεξάνδρειας, ίδρυσε νέα σχολή στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και σφράγισε την ορθόδοξη θεολογία με όρους που πρώτος αυτός χρησιμοποίησε, όπως τον όρο «θεάνθρωπος», προέκυψαν μέσα από τη διδασκαλία του από αντίδραση προς τον γνωστικισμό διάφορες αιρετικές δοξασίες, οι οποίες προκάλεσαν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Έτσι σύμφωνα με τον Ωριγένη η δημιουργία του κόσμου είναι άχρονος και προαιώνιος, οι ψυχές προϋπάρχουν, τα σώματα των νεκρών δεν θα αναστηθούν και τα πνεύματα θα επανέλθουν στην αρχική άυλη κατάσταση. Υποστήριζε επίσης ότι ο διάβολος θα μετανοήσει κάποια ημέρα και θα βρίσκεται στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με όλους τους αγίους, ενώ ερμήνευε αλληγορικά τον Παράδεισο, ισχυριζόμενος ότι το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, με το οποίο πλάσθηκε ο άνθρωπος, εξαφανίσθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο μετά την εκδίωξή του από τον Παράδεισο. Γι’ αυτό και όταν το 394 μία ομάδα μοναχών από την Παλαιστίνη με επικεφαλής κάποιον Ατάρβιο πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιερωνύμου, ζητώντάς του να υπογράψει μία ομολογία πίστεως που καταδίκαζε τις αιρετικές θέσεις του Ωριγένη, εκείνος το έπραξε σε αντίθεση με τον φίλο του, τον Ρουφίνο, ο οποίος με τη συμπαράσταση του επισκόπου Ιεροσολύμων Ιωάννου Β΄ αρνήθηκε να υπογράψει. 


Η κατάσταση όμως οξύνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν ο Άγιος Επιφάνιος επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου, ο οποίος ήταν πιστά αφοσιωμένος στις αποφάσεις της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και σφοδρός πολέμιος του Ωριγένη και των θέσεών του, επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα επ’ ευκαιρία της εορτής των Εγκαινίων του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, κατά την οποία προσέρχονταν πολλοί προσκυνητές. Ο φιλοωριγενιστής επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιωάννης για να τιμήσει τον επίσκοπο Επιφάνιο του ζήτησε να κηρύξει τον θείο λόγο. Τότε ο Επιφάνιος βρήκε την ευκαιρία και εκφώνησε έναν πύρινο λόγο εναντίον του Ωριγένη, γεγονός που ανάγκασε τον Ιωάννη να στείλει τον αρχιδιάκονό του για να διακόψει την ομιλία του. Μάλιστα εξοργίστηκε σε τέτοιο βαθμό ο Ιωάννης, ώστε κατηγόρησε όλους τους συκοφάντες του Ωριγένη, μεταξύ αυτών και τον Επιφάνιο, αποκαλώντάς τους «ανθρωπομορφίτες». Ο σοφός όμως ιεράρχης της Κωνσταντίας του απάντησε ότι όπως καταδικάζουμε κάθε αίρεση, έτσι πρέπει να καταδικάσουμε και τις απαράδεκτες δογματικές διδασκαλίες του Ωριγένη. Η έκρυθμη αυτή κατάσταση υποχρέωσε τον Επιφάνιο να αναχωρήσει από τα Ιεροσόλυμα και να μεταβεί στη μονή του Αγίου Ιερωνύμου στη Βηθλεέμ, όπου πληροφορήθηκε από τους μοναχούς ότι ο επίσκοπος Ιωάννης είχε απαγορεύσει την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη μονή, αφού και ο ίδιος ο Άγιος Ιερώνυμος δεν είχε το δικαίωμα να ιερουργεί στη Βηθλεέμ. Ο Επιφάνιος δεν έμεινε στη μονή, αλλά προτίμησε, σύμφωνα και με την παραίνεση άλλων, να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα και από εκεί να φύγει για την Κύπρο. Η κατάσταση όμως οξύνθηκε ακόμη περισσότερο, όταν το καλοκαίρι του 394 μετά από μία επίσκεψη μοναχών από τη μονή του Αγίου Ιερωνύμου στο μοναστήρι του Αγίου Επιφανίου στη Βησανδούκη της Παλαιστίνης, ο ίδιος ο Άγιος Επιφάνιος χειροτόνησε τον Παυλιανό, τον αδελφό του Αγίου Ιερωνύμου, διάκονο και κατόπιν ιερέα, για να υπηρετήσει τις δύο μονές στη Βηθλεέμ. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον επίσκοπο Ιωάννη, αφού η χειροτονία έγινε χωρίς τη δική του άδεια και συγκατάθεση και αυτό σήμαινε αντικανονική καταπάτηση της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας. Μάλιστα απείλησε να αποστείλει επιστολές διαμαρτυρίας προς όλους τους επισκόπους, αλλά ο γηραιός επίσκοπος της Κωνσταντίας του απάντησε σε σχετική επιστολή ότι δεν έχει φόβο Θεού και ότι εξακολουθεί να υπερασπίζεται την αίρεση του Ωριγένη. Κατόπιν ο Ιωάννης απαγόρευσε στους μοναχούς και τις μοναχές των δύο μοναστηριών του Αγίου Ιερωνύμου την είσοδο στον ναό της Γεννήσεως, ενώ στερήθηκαν τη λειτουργική ζωή, ακόμα και την είσοδο στα κοιμητήρια των χριστιανών, αλλά και τη συμμετοχή στις βαπτίσεις των κατηχουμένων των μοναστηριών. Η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ περισσότερο, όταν ο επίσκοπος Ιωάννης πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε στα λατινικά την επιστολή του Επιφανίου που τον κατηγορούσε ως αιρετικό. Γι’ αυτό και θέλησε να εκτοπίσει τον Ιερώνυμο από την Παλαιστίνη, αλλά η απέλαση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Στη διένεξη αναμείχθηκε και ο φίλος του Αγίου Ιερωνύμου, ο Ρουφίνος, ο οποίος ως ωριγενιστής και υπερασπιστής του επισκόπου Ιωάννου, ενημέρωσε τον ιερέα Ισίδωρο που ήταν υπέρμαχος της διδασκαλίας του Ωριγένη ότι ο Επιφάνιος και ο Ιερώνυμος κατηγορούσαν τον Ιωάννη ως αιρετικό. Τότε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος θέλησε να παρέμβει για να επέλθει ανακωχή. Αρχικά δεν κατέστη εφικτό, αφού οι επιστολές του είχαν σκοπό, οι μεν Επιφάνιος και Ιερώνυμος να αναγνωρίσουν τον Ιωάννη ως επίσκοπό τους, οι δε Ιωάννης και Ρουφίνος να ομολογήσουν την πίστη τους στην ορθοδοξία. Όμως η εκ νέου παρέμβαση του Πατριάρχου Θεοφίλου κατόρθωσε να αλλάξει την κατάσταση και να αρθεί η τιμωρία της ακοινωνησίας για τον Άγιο Ιερώνυμο και τις συνοδείες του, ενώ υπήρξε και συμφιλίωση του Αγίου με τον Ρουφίνο. 

Η εικονική αυτή ειρηνική ατμόσφαιρα δεν κράτησε όμως πολύ, αφού η σύγκρουση των δύο παλαιών φίλων αναζωπυρώθηκε με αφορμή τη μετάφραση από τον Ρουφίνο του έργου «Περί Αρχών» του Ωριγένη, το οποίο θεωρούσε κορυφαίο έργο και συνέχεια της φιλοσοφικής παράδοσης των πραγματειών αναφορικά με τη θεία Πρόνοια. Ο Άγιος Ιερώνυμος του απάντησε, σύμφωνα και με την προτροπή των φίλων του, με μία μετάφραση που αποδείκνυε τις αιρετικές θέσεις της ωριγενικής αίρεσης. Στο μεταξύ η αλλαγή στάσης τόσο από τον πάπα Αναστάσιο όσο και από τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, ο οποίος άρχισε να εκδιώκει τους ωριγενιστές μοναχούς, καταδικάζοντάς τους μάλιστα ως αιρετικούς σε μία σύνοδο, ενθάρρυνε τον Άγιο Ιερώνυμο να συνεχίσει τη διαμάχη του εναντίον του ωριγενισμού. Μάλιστα πληροφορούμενος από τον αδελφό του, τον Παυλινιανό, για την πρόθεση του Ρουφίνου να γράψει εναντίον του, συντάσσει μία απολογία κατά του Ρουφίνου, στην οποία τον καταγγέλλει ως μεταφραστή του Ωριγένη και ασκεί κριτική σε μία πραγματεία του. Απεναντίας ο Ρουφίνος τον κατηγορεί ότι πρόδωσε τη συμφιλίωσή τους και καταγγέλλει ως παρερμηνεία τη μετάφραση του Αγίου Ιερωνύμου στο έργο «Περί αρχών», ενώ τον απειλεί ότι θα αποκαλύψει το αμαρτωλό παρελθόν του. Στις κατηγορίες και απειλές αυτές ο Άγιος απάντησε με πειστικά επιχειρήματα, ενώ την πολεμική του απέναντι στον ωριγενισμό θα συνεχίσει και μετά τον θάνατο του Ρουφίνου το 410 στη Σικελία. 



Παράλληλα όμως με τη συγγραφή αντιαιρετικών έργων εναντίον του Ωριγένη, ασχολήθηκε επισταμένα και με τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, βασιζόμενος στο εβραϊκό κείμενο, ενώ απαντά και σε πολλές επιστολές που έχουν ερμηνευτικό χαρακτήρα. Αξιομνημόνευτη υπήρξε η επιστολή προς τον ιερέα Νεποτιανό, όπου ο Άγιος αναφέρεται στις υποχρεώσεις και την πρέπουσα συμπεριφορά των κληρικών, αλλά και η επιστολή προς τη νύφη της Παύλας, στην οποία αναφέρεται στη σωστή ανατροφή των κοριτσιών, όταν μάλιστα αυτά πρόκειται να ακολουθήσουν τη μοναχική πολιτεία. Όμως ο θάνατος της αγαπημένης πνευματικής του κόρης, της Παύλας, στις 26 Ιανουαρίου του 404, βύθισε τον Άγιο Ιερώνυμο σε τέτοια ψυχική θλίψη, ώστε εγκατέλειψε κάθε συγγραφική δραστηριότητα, αφού ήταν το πιο αγαπημένο και αξιοσέβαστό του πρόσωπο. Παρόλα αυτά συνέγραψε στη μνήμη της επιστολή με τίτλο «επιτάφιος λόγος στην Αγία Παύλα», όπου αναφέρεται στη διαδρομή του βίου της και σε όλα τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής, καθώς και στις αρετές που την κοσμούσαν, όπως η ταπείνωση, η μετάνοια και η ελεημοσύνη. Μόλις συνήλθε κάπως από την απώλεια της Παύλας, άρχισε να μεταφράζει διάφορες επιστολές και κυρίως τους κανόνες του Αγίου Παχωμίου βάσει της ελληνικής απόδοσης του κοπτικού κειμένου, ενώ αργότερα θα συνεχίσει τους σχολιασμούς στους διάφορους προφήτες. Την περίοδο αυτή συνέγραψε και ένα σύντομο αντιαιρετικό έργο (Adversus Vigilantium) εναντίον του ισπανού ιερέα Βιγιλανδίου, στο οποίο ο μελετητής θαυμάζει την πειστική αντιαιρετική του επιχειρηματολογία. Ο εν λόγω ισπανός ιερέας σκιαγραφείται ως ένας ακόλαστος αιρετικός, αφού ήταν εναντίον της τιμητικής προσκύνησης και λιτάνευσης των ιερών λειψάνων, ενώ απέρριπτε τη νηστεία, τον μοναχισμό, την παρθενία, την ελεημοσύνη και τις ολονυχτίες. Αλλά η μαχητικότητα του Αγίου εναντίον των αιρέσεων και ο φλογερός του αγώνας για την υπεράσπιση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως αποδεικνύεται και από τη σφοδρή μάχη που έδωσε κατά της πελαγιανικής αίρεσης, η οποία υποστήριζε ότι τα ανθρώπινα πάθη ξεριζώνονται από την ψυχή από τον ίδιο τον άνθρωπο και τις ενέργειές του και επομένως δεν έχει ανάγκη τη βοήθεια του Θεού. Ως απάντηση στη διδασκαλία των πελαγιανιστών συνέγραψε το αντιαιρετικό έργο «Dialogus adversus Pelagianos», στο οποίο τονίζεται η αναγκαιότητα της χάριτος του Θεού μέσα στη ζωή του αμαρτωλού ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να πορευτεί με τη δική του θέληση και με βάση το αυτεξούσιο. Γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε τον θεσμό του νηπιοβαπτισμού. Ο αντιαιρετικός του αγώνας συνεχίστηκε με το ίδιο σθένος μέχρι το καλοκαίρι του 416, όταν η αίρεση των πελαγιανιστών καταδικάσθηκε τελικά από τις επαρχιακές συνόδους της Καρχηδόνας και της Milene, ενώ τον Μάιο του 418 καταδικάσθηκε και από μία παναφρικανική σύνοδο. 



Στο μεταξύ την άνοιξη του 416 τα μοναστήρια του Αγίου Ιερωνύμου και της Παύλας δέχθηκαν τη βίαιη επίθεση πανούργων ανθρώπων και καταστράφηκαν, αφού παραδόθηκαν στη λαίλαπα της φωτιάς. Το θλιβερό και απρόσμενο αυτό γεγονός ανάγκασε τον Άγιο να εγκατασταθεί σε άλλο μέρος, ενώ ο αιφνίδιος θάνατος της Ευστοχίας που είχε αναλάβει την ηγουμενία των μοναζουσών μετά τον θάνατο της μητέρας της, της Παύλας, βύθισε για μία ακόμη φορά τον Άγιο σε βαθύτατη θλίψη. Παρόλα αυτά βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα του εναντίον της πελαγιανικής αίρεσης μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 420, όπου καταβεβλημένος πλέον από την προχωρημένη ηλικία και τις ασθένειες παρέδωσε το πνεύμα του στον Πανάγαθο Θεό. Μάλιστα σύμφωνα με τη μαρτυρία ανώνυμου προσκυνητού από την Ιταλία που επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους μεταξύ 550 και 570, ο Άγιος Ιερώνυμος είχε σκαλίσει πάνω στον βράχο στην είσοδο του Σπηλαίου της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ μία επιγραφή, είχε δε φτιάξει και τον τάφο, όπου επιθυμούσε να τον ενταφιάσουν. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 15 Ιουνίου, ενώ προς τιμήν του συντάχθηκαν δύο ασματικές ακολουθίες. Η πρώτη εποιήθη το 1886 από τον μοναχό Νήφωνα και συμπληρώθηκε το 1893 από τον Σιμωνοπετρίτη μοναχό Ιερώνυμο, ενώ εκδόθηκε το 1925 με επιμέλεια του Καθηγουμένου του Ιερού Κοινοβίου Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου. Η δεύτερη ακολουθία εποιήθη στο Άγιο Όρος από τον αοίδιμο Γεράσιμο Μοναχό Μικραγιαννανίτη, Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, και εκδόθηκε το 1969 από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο Α΄ (…+15 Νοεμβρίου 1988). Επ’ ονόματι του Αγίου Ιερωνύμου τιμάται ανδρικό ησυχαστήριο στο Αμπελοχώρι Θηβών, το οποίο ιδρύθηκε το 1999 από τον αοίδιμο Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Αγγέλου (…+15 Ιουλίου 2009), αλλά και γυναικεία μονή στα Σκούρτα Βοιωτίας, η οποία υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας. Επίσης εντός του κτιριακού συγκροτήματος του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας Τήνου υπάρχει μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο. Πλούσια υπήρξε και η εικονογραφία του Αγίου, ιδιαίτερα στη Δύση, αφού από τον 13ο μέχρι και τον 17ο αιώνα αναρίθμητες είναι οι εικονογραφικές παραστάσεις, οι οποίες άλλοτε τον παρουσιάζουν με τη μορφή μοναχού που συγγράφει, άλλοτε με τη μορφή του καρδιναλίου, άλλοτε από τη θέα του Εσταυρωμένου που κρατά με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί να χτυπά το στήθος του με μία πέτρα. Σημαντική θέση στις εικονογραφικές παραστάσεις του Αγίου κατέχει και η απεικόνιση του υποτακτικού λιονταριού. 



Αναμφισβήτητα ο Άγιος Ιερώνυμος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν άγιος της Αγίας Γραφής και αυτός που επηρέασε τον θεολογικό κόσμο της Δύσης μέσα από το μεταφραστικό και υπομνηματικό του έργο στη Βίβλο. Έχοντας ως πνευματικό του πρότυπο τον Μέγα Αντώνιο και την ασκητική του πολιτεία κατέστη λαμπρός βιβλικός πατήρ της Εκκλησίας με πλουσιότατο και ανεκτίμητο συγγραφικό έργο και με μαχητική αντιαιρετική δράση, υπερασπιζόμενος την αλήθεια της ορθής χριστιανικής πίστεως και ομολογίας που για εκείνον ήταν το κριτήριο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ας αποτελέσει και για τη σημερινή συγκεχυμένη και αλλοπρόσαλλη εποχή μας ένα φωτεινό πρότυπο που θα διδάσκει, θα καθοδηγεί και θα εμπνέει τον άνθρωπο εκείνο που αναζητά εναγωνίως νόημα στη ζωή και την ύπαρξή του μέσα από την αλήθεια της ορθής πίστεως της Εκκλησίας μας.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός

πηγή :http://kallimasia.blogspot.com/2015/06/blog-post_14.html